www.tovima.gr, 19/04/2018


Χρήσιμη, ίσως, η υπόμνησή του στον καιρό μας.

Αντιγράφω και αναρτώ «το μύθο του σπηλαίου» από την Πολιτεία του Πλάτωνα. 

Σε μετάφραση 
Ν.Μ. Σκουτερόπολου, από τις εκδόσεις «Πόλις».


«..... δοκίμασε να απεικονίσεις την ανθρώπινη φύση μας ως προς την παιδεία και την  απαιδευσία της πλάθοντας με το νου σου μια κατάσταση όπως η ακόλουθη. Φαντάσου  δηλαδή ανθρώπους σ' ένα οίκημα υπόγειο, κάτι σαν σπηλιά, που το άνοιγμά της, ελεύθερο στο φως σε  μεγάλη απόσταση, θα απλώνεται σε όλο το πλάτος της σπηλιάς, και τους ανθρώπους αυτούς να  βρίσκονται μέσα εκεί από παιδιά αλυσοδεμένοι από τα σκέλια και τον αυχένα ώστε να μένουν  ακινητοποιημένοι και να κοιτάζουν μόνο προς τα εμπρός χωρίς να μπορούν, έτσι αλυσοδεμένοι καθώς θα είναι, να στρέφουν γύρω το κεφάλι τους• κι ένα φως να τους έρχεται από ψηλά κι από μακριά, από μια φωτιά που θα καίει πίσω τους, κι ανάμεσα στη φωτιά και στους δεσμώτες, στην επιφάνεια του εδάφους, να περνάει ένας δρόμος• κι εκεί δίπλα φαντάσου ένα τειχάκι χτισμένο παράλληλα στο δρόμο σαν εκείνα τα χαμηλά παραπετάσματα που στήνουν οι ταχυδακτυλουργοί μπροστά στους θεατές για να δείχνουν από 'κει τα τεχνάσματά τους...

Φαντάσου ακόμη ότι κατά μήκος σ' αυτό το τειχάκι κάποιοι άνθρωποι μεταφέρουν κάθε λογής κατασκευάσματα που εξέχουν από το τειχάκι, αγάλματα και άλλα ομοιώματα ζώων, από πέτρα, από ξύλο ή από οτιδήποτε άλλο, κι ότι, όπως είναι φυσικό, άλλοι από τους ανθρώπους που κουβαλάνε αυτά τα πράγματα μιλούν ενώ άλλοι είναι σιωπηλοί.

Αλλόκοτη, είπε, η εικόνα που περιγράφεις, και οι δεσμώτες αλλόκοτοι κι αυτοί.
Όμοιοι με εμάς, έκανα εγώ• γιατί πρώτα–πρώτα μήπως φαντάζεσαι ότι οι δεσμώτες αυτοί εκτός από τον εαυτό τους και τους διπλανούς τους βλέπουν ποτέ τους τίποτε άλλο πέρα από τις σκιές που ρίχνει το φως αντικρύ τους στον τοίχο της σπηλιάς;

Μα πώς θα ήταν δυνατόν, είπε, αφού σ' όλη τους τη ζωή είναι αναγκασμένοι να έχουν το κεφάλι τους ακίνητο;

Και με τα πράγματα που περνούν μπροστά στο τειχάκι τι γίνεται; Τι άλλο εκτός από τις σκιές τους βλέπουν οι δεσμώτες:

Σαν τι άλλο θα μπορούσαν να δουν;

Αν, τώρα, είχαν τη δυνατότητα να συνομιλούν, δεν νομίζεις ότι θα πίστευαν πως αυτά για τα όποια μιλούν δεν είναι παρά οι σκιές που έβλεπαν να περνούν μπροστά από τα μάτια τους;..

Κι αν υποθέσουμε ακόμη ότι στο δεσμωτήριο ερχόταν και αντίλαλος από τον αντικρυνό τοίχο; Κάθε φορά που θα μιλούσε κάποιος από όσους περνούσαν πίσω τους, φαντάζεσαι ότι οι δεσμώτες δεν θα πίστευαν ότι η φωνή βγαίνει από τη σκιά που θα έβλεπαν να περνά από μπροστά τους;..

Ασφαλώς λοιπόν οι άνθρωποι αυτοί δεν θα ήταν δυνατόν να πιστέψουν για αληθινό τίποτε άλλο παρά μονάχα τις σκιές των κατασκευασμάτων...

Σκέψου τώρα, ποια μορφή θα μπορούσε να πάρει η απαλλαγή τους από τα δεσμά και η γιατρειά τους από την πλάνη και την αφροσύνη, αν τύχαινε και τους συνέβαιναν τα εξής: Κάθε φορά που κάποιος από αυτούς θα λυνόταν και θα αναγκαζόταν ξαφνικά να ελευθερωθεί και να γυρίσει το κεφάλι και να περπατήσει και να αντικρύσει το φως ψηλά ―κι όλα αυτά πονώντας πολύ και αδυνατώντας από την εκτυφλωτική λάμψη να διάκρίνει εκείνα τα πράγματα που ως τώρα έβλεπε τις σκιές τους―, τι φαντάζεσαι ότι θα έλεγε ο άνθρωπος αυτός, αν κάποιος του έλεγε ότι όσα έβλεπε πρωτύτερα ήταν ανοησίες και ότι τώρα είναι κάπως πιο κοντά στην πραγματικότητα κι ότι έχοντας τώρα στραφεί σε 
αντικείμενα πιο πραγματικά βλέπει σωστότερα; Ιδίως μάλιστα αν δείχνοντάς του καθένα από τα αντικείμενα που περνούσαν από μπροστά του τον ρωτούσε και τον υποχρέωνε να απαντήσει τι είναι το καθένα τους. Δεν νομίζεις ότι ο άνθρωπος εκείνος θα τα 'χάνε και θα πίστευε ότι όσα έβλεπε τότε ήταν αληθινότερα από εκείνα που του έδειχναν τώρα;..

Κι άμα θα τον ανάγκαζε να κοιτάξει στο ίδιο το φως, δεν θα αισθανόταν έντονο πόνο στα μάτια και δεν θα προσπαθούσε να το απόφύγει στρέφοντας το βλέμμα του πάλι σ' εκείνα που μπορεί να βλέπει, και δεν θα νόμιζε ότι εκείνα είναι στ' αλήθεια πιο σαφή και ευκρινή από όσα του έδειχναν τώρα;..

Αν, τέλος, κάποιος τον τραβούσε δια της βίας προς τα έξω από ένα ανέβασμα κακοτράχαλο κι απότομο και δεν τον άφηνε προτού να τον βγάλει στο φως του ήλιου, άραγε ο δεσμώτης δεν θα πονούσε και δεν θα αγανακτούσε που τον τραβολογούσαν, κι όταν θα έβγαινε στο φως, έτσι καθώς τα μάτια του θα ήταν πλημμυρισμένα από την εκτυφλωτική λάμψη, δεν θα του ήταν εντελώς αδύνατο να διακρίνει έστω και ένα από τα πράγματα, για τα οποία θα του λέγανε τώρα πως είναι αληθινά.

Θα χρειαζόταν, νομίζω, κάποιος χρόνος προσαρμογής, προκειμένου να αντικρύσει τα πράγματα επάνω. 
Έτσι, στην αρχή, θα διέκρινε ευκολότερα τις σκιές, έπειτα τα είδωλα των ανθρώπων και των άλλων πραγμάτων στο νερό κι ύστερα τα ίδια τα πράγματα• από αυτά όσα βρίσκονται στον ουρανό, και αυτό τον ίδιο τον ουρανό, θα μπορούσε να τα κοιτάξει πιο εύκολα τη νύχτα με το φως των άστρων και του φεγγαριού παρά την ημέρα, με τον ήλιο και το φως του...

Και τελευταίο απ' όλα θα μπορούσε να αντικρύσει τον ήλιο, όχι είδωλά του στο νερό ή σε κάποια θέση άλλην από τη δική του, αλλά τον ήλιο αυτόν καθαυτόν στον δικό του τόπο, και να θεαστεί τη φύση του...
Κι ύστερα από αυτά θα έφθανε να συλλάβει με το λογισμό του ότι αυτός, ο ήλιος, είναι που δωρίζει τις εποχές και τα χρόνια και που διαφεντεύει τα πάντα στη σφαίρα των ορατών πραγμάτων, και κατά κάποιον τρόπο είναι η αιτία για όλα όσα έβλεπαν ο ίδιος και οι άλλοι δεσμώτες...

Λοιπόν; Καθώς θα ξαναθυμάται τον τόπο, στον οποίο έμενε πρώτα, τη «σοφία» που είχαν εκεί, και τους συγκρατούμενούς του εκεί, δεν νομίζεις ότι θα καλοτυχίζει τον εαυτό του για την αλλαγή, ενώ για 'κείνους θα αισθάνεται οίκτο;..

Κι αν υποθέσουμε ότι οι δεσμώτες είχαν θεσπίσει τότε κάποιες τιμές και επαίνους μεταξύ τους και βραβεία για όποιον διέκρινε καθαρότερα απ' όλους τα αντικείμενα που περνούσαν μπροστά τους, ή για όποιον συγκρατούσε στη μνήμη του ποια από αυτά συνήθως περνούσαν πρώτα, ποια ύστερα και ποια πήγαιναν μαζί με ποια, έτσι που βάσει αυτού να έχει κάποια ιδιαίτερη ικανότητα στο να μαντεύει τι επρόκειτο να περάσει κάθε φορά, έχεις μήπως τη γνώμη ότι ο άνθρωπος αυτός θα φλεγόταν από την επιθυμία για τέτοια πράγματα και ότι θα ζήλευε όσους τιμούνταν εκεί και είχαν δύναμη και αναγνώριση; Ή θα είχε πάθει αυτό που λέει ο Όμηρος, και θα επιθυμούσε διακαώς «πάνω στη γη να ζούσε κι ας ξενοδούλευε σε κάποιον άκληρο» ή να υπέφερε οτιδήποτε παρά να νομίζει τέτοια πράγματα και να ζει 
όπως εκείνοι;

...θα προτιμούσε να πάθαινε οτιδήποτε παρά να ζει εκείνη τη ζωή.

Συλλογίσου τώρα και τούτο. Αν ένας άνθρωπος σαν αυτόν κατέβαινε ξανά εκεί κάτω και καθόταν στην ίδια θέση, άραγε τα μάτια του δεν θα ήταν γεμάτα σκοτάδι, καθώς θα ερχόταν έτσι απότομα από το φως του ήλιου;..

Κι αν θα χρειαζόταν να παραβγεί πάλι με εκείνους που είχαν παραμείνει δεσμώτες προσπαθώντας να διακρίνει τις σκιές, ενώ η όρασή του θα είναι αδύναμη ωσότου να προσαρμοστούν τα μάτια του κι ο χρόνος της προσαρμογής όχι πολύ σύντομος, άραγε δεν θα γινόταν περίγελως και δεν θα έλεγαν γι' αυτόν ότι γύρισε με τα μάτια του χαλασμένα απο 'κει πάνω που ανέβηκε, και ότι δεν αξίζει τον κόπο ούτε καν να δοκιμάσει κανείς να ανεβεί επάνω; Κι όποιον θα επιχειρούσε να τους λύσει από τα δεσμά και να τους ανεβάσει επάνω, αυτόν, αν μπορούσαν με κάποιον τρόπο να τον πιάσουν στα χέρια τους και να τον σκοτώσουν, δεν θα τον σκότωναν;»....

Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 15/04/2018


Η καθυστερημένη συνείδηση, ως αυτάρεσκη οντότητα, δεν αναγνωρίζει έτερη ύπαρξη πλην του εαυτού της. Ο μικρός «οικισμός» εντός της είναι ο σύμπας κόσμος.

Καθώς δεν μπορεί η αρχέγονη επιθυμία κυριαρχίας της να ικανοποιηθεί πλήρως, εκδηλώνεται στην καθημερινή ζωή ως μικρή ή μεγάλη βαρβαρότητα, όπου αυτό νοείται ως επιτρεπτό.

Στις ημέρες της ανάπαυλας του Πάσχα ακούστηκε - και εφέτος - η κλαγγή της νεοελληνικής βαρβαρότητας. Σε πολλές περιοχές της καθημερινότητας όπου εγκαθίσταται μια σχέση με πρωταγωνιστή τον Νεοέλληνα, η συνομιλία με τη βαρβαρότητα είναι αυτό που «ακούει» ή παρατηρεί κανείς.

Διεκδικώντας τα πρωτεία αυτή η βαρβαρότητα στο καθημερινό, αυτοπροβάλλεται αυτάρεσκα, προσβάλλει αδιάντροπα, οικειοποιείται κατακτητικά.

Σε δύο περιοχές - ανάμεσα σε άλλες - άκουγες αν πρόσεχες, έβλεπες αν είχες ενδιαφέρον αυτή τη συνομιλία με τη  βαρβαρότητα.
 
Στο δρόμο. Στο δρόμο και στους δρόμους η νεοελληνική βαρβαρότητα της καθυστερημένης συνείδησης βρίσκει το ιδανικό πεδίο ανάπτυξης της βίαιης φύσης της.

Πολλοί οδηγοί διεκδικούν το δρόμο για τον εαυτό τους. Οι κανόνες ισχύουν κυρίως για τους άλλους. Και άκοπα τους καταπατούν εις βάρος του διπλανού τους.

Κάθε φορά που υπάρχει μεγάλη κίνηση η Λωρίδα Εκτακτης Ανάγκης (ΛΕΑ) γίνεται το μικρό θέατρο της τρέχουσας βαρβαρότητας. Η καθυστερημένη συνείδηση, ως μικρός θεός, δεν αναγνωρίζει ανάγκες. Δεν αποδέχεται κανόνες. Αδιαφορεί για την υπόμνηση από τις φωτεινές πινακίδες τήρησης της ΛΕΑ που καταλήγει να απευθύνεται περιπαικτικά μόνο στους οδηγούς σε κανονική πορεία.

Η απουσία ελέγχου επιβραβεύει. Η επιβράβευση επιταχύνει την επιθετικότητα. Η επιθετικότητα γίνεται απειλή και βία. Η μικρή αυτή στιγμιαία νίκη της καθυστερημένης συνείδησης τρέφει ηδονιστικά τη βάρβαρη πλευρά του εαυτού της. Εύκολα θα αναζητήσει και θα βρει νέα πεδία εκδήλωσης.

Η νεοελληνική βαρβαρότητα δεν θα μπορούσε να αφήσει ανέγγιχτο το φυσικό χώρο, την ίδια τη φύση. Μια διαδρομή στην ενδοχώρα και βρίσκεσαι μπροστά σε μικρές ή μεγάλες πληγές πάνω στο σώμα της. Σκουπίδια στα ρείθρα, σκουπίδια και μπάζα σε σημεία εύκολης πρόσβασης, σε περιοχές που σου μιλάει η ομορφιά τους και το θαυματοποιητικό κάλλος τους. Σαν μικρές ή μεγάλες παράνομες χωματερές σού θυμίζουν μια κατηγορία Νεοελλήνων που συνειδητά αγνοεί χώρο και ανθρώπους.

Δίπλα σε αυτή τη θεωρούμενη «μικρή» εκδοχή της ζωής εκφωνεί την κενολογία της η πολιτική κομπορρημοσύνη. Πράττει αναλόγως. Αναλόγως με την ιεράρχηση που εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών.

Ενας λαός που δεν αγωνιά για την υπεράσπιση των αγαθών της ζωής του είναι ήδη παραδομένος στην παρακμή του.
Για ποια ΛΕΑ μου μιλάς, για ποια φύση μου λες, τον ακούω να ψιθυρίζει. Ηθη δούλων.
Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 27/02/2018

"Δεν σας φταίει ο Φίλιππος εάν εσείς           
εκουσίως εξαπατάσθε".                      
Δημοσθένης  προς Αθηναίους (κατά Φιλίππου  Γ’)                                                                                                                                                                                
 
 
Όσες φορές και να το πούμε έρχεται η ίδια η ζωή να μας το φωνάξει με δυνατή φωνή: η ψευδής συνείδηση δεν λυπάται ούτε τον εαυτό της. Ιδανικό θύμα πάντα η ίδια της χειραγώγησης και της αυτοχειραγώγησης.
 
Η Κυβέρνηση των  επιδομάτων προσκρούει σε ένα επίδομα. Θρυμματίζονται εύκολα οι καθρέφτες του πολιτικού αυτό θαυμασμού . Φθείρεται το ένδυμα και κουρελιάζεται η περίτεχνη περιβολή.
 
Είναι παράδοξα πάντως , παράδοξα και αντιφατικά, δυνατός ο θόρυβος που ξέσπασε για το επίδομα του υπουργικού ζεύγους.
 
Μέτοχοι μιας Κυβέρνησης επιδομάτων, γίνονται και αυτοί νόμιμοι καρπωτές ενός πολλαπλασιασμένου επιδόματος. Αποδεχόμενοι ,όπως έχουν δικαίωμα, την ευεργεσία ενός Νόμου, που καταγγέλλουν σήμερα οι εμπνευστές του. Οι άνθρωποι είναι γνήσιοι εκφραστές και σε ανώτερο επίπεδο του πνεύματος και της φιλοσοφίας της Κυβέρνησης στην  οποία συμμετέχουν.
 
Το επίδομα , όποια μορφή και αν ιστορικά παίρνει ως ‘’ ανταπόδοση’’ της εξουσίας , είναι μέρος του μηχανισμού ταπείνωσης. Ταπείνωσης των πολλών από την εξουσία. Είναι συμπλήρωμα και ανάχωμα. Κυρίως ανάχωμα στη συνειδητοποίηση. Είναι ταυτόχρονα διακήρυξη ματαιότητας. Ματαιότητας της πολιτικής δράσης.
 
Τίποτα δεν μπορείς να κάνεις μπροστά στην καταστροφική μου ορμή, λέει η εξουσία στους ανθρώπους. Μέσα από τα ερείπια που θα προκαλώ, εσύ θα επιστρέφεις ως επαίτης για ένα επίδομα. Μέχρι , υποταγμένος εσύ, να αντλείς ικανοποίηση από την ύπαρξη του επιδόματος.
 
Η πολιτική φιλοσοφία του επιδόματος είναι το δηλητήριο θανάτου του κοινωνικού σώματος. Το ανακαλύπτει αυτό σιγά – σιγά το νέο προλεταριάτο στην Ελλάδα του 1018, που δεν έχει πια καθόλου ελεύθερο χρόνο και αμοίβεται δραματικά χαμηλά , πολλές φορές κάτω από το επίδομα ανεργίας.
 
Η πολιτική μάχη για την ανασυγκρότηση της χώρας είναι το πολιτικό αντίδοτο στο παραλυτικό δηλητήριο του επιδόματος. Μέσα από τη συνειδητοποίηση και την απογύμνωση των μηχανισμών πολιτικής κυριαρχίας περνάει ο δρόμος.
 

Στην γωνία οι κυβερνητικοί παρακολουθούν αδιάφοροι την πορεία στην έρημο. Και μας λένε καθώς μονολογούν: όταν διεκδικούσαμε πολιτική αγιότητα δια του ηθικού πλεονεκτήματος , δεν εννοούσαμε ότι θα δοκιμαστούμε , όπως ο Χριστός , στην έρημο. Δεν φταίμε εμείς εάν εσείς εκουσίως εξαπατάσθε. 

Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 25/02/2018

Αν η αναίδεια είχε όρια, δεν θα ήταν αναίδεια.
Αν η αμετροέπεια είχε μέτρο, θα μιλούσε με χαμηλή φωνή.
Αν η ύβρις είχε όρια, θα καταργούσε τον εαυτό της.
«Είμαστε από άλλο υλικό φτιαγμένοι» ακούσαμε.
Ποιος ομιλεί;

Αντιπρόσωπος κάποιας άγνωστης ανώτερης φυλής;
Εξωγήινος επισκέπτης;
Ασκητικός ψευδοπροφήτης που συγκρίνει τον εξαγνισμένο εαυτό του με τους κοινούς και αμαρτωλούς θνητούς;
Αν κάποιος ακροατής δεν έβλεπε το πρόσωπο του έλληνα πρωθυπουργού και άκουγε μόνο, θα έλεγε: Είναι η ύβρις, η ύβρις ομιλούσα.
Τι θέλει να μας πει ένας άνθρωπος, απευθυνόμενος σε άλλους ανθρώπους, πέρα από τις συνθήκες που εκφωνείται ο λόγος του, διακηρύσσοντας ότι «είναι από άλλο υλικό»;
Τι διεκδικεί;
Τι επιδιώκει;

Είναι προφανές ότι διεκδικεί μια θέση ανωτερότητας και πασχίζει να τοποθετηθεί στο ύψος της. Δεν ανήκει στην τρέχουσα κατάσταση, δεν είναι μέρος της ανθρώπινης περίστασης, δεν είναι μέτοχος της μικρότητας των πολλών. Είναι άλλος, είναι αλλού, είναι πέραν.
Κλασικός μηχανισμός αυτοτροφοδοσίας κάθε εξουσιαστικής συνείδησης, που η κυριαρχία με όλα τα μέσα είναι ο μόνος στόχος της. Εδώ το μέσο είναι η επίκληση της ανωτερότητας.
Είναι πάντα ευρύ το πεδίο περιπλάνησης αυτής της ερημικής και ερημωμένης ψευδούς συνείδησης. Θα σταθώ σε δύο επίπεδα.

Πρόκειται στο πρώτο επίπεδο για επίκληση ιδεολογικής ανωτερότητας. Σε πολλές περιπτώσεις ο Πρωθυπουργός - αυτός ομιλεί - έχει διεκδικήσει την ιδεολογική ανωτερότητα. Από το «εμείς ή αυτοί» μέχρι το αυτο-υμνούμενο «ηθικό πλεονέκτημα», η μάχη δίνεται για την υποτίμηση και τον υποβιβασμό του άλλου. Ο ίδιος και τα στελέχη του δεν είναι δα και κάτι συνηθισμένο. Είναι το ίδιο το «πνεύμα της Ιστορίας».

Οπαδός μιας εσχατολογικής ιδεολογίας επιτρέπει στον εαυτό του όλα τα μέσα. Και μέσα στην πρόταση «είμαστε φτιαγμένοι από άλλο υλικό» κατοικεί ο πραγματικός πολιτικός εαυτός του. Πιστεύει ότι είναι κάτοχος της καθολικής Αλήθειας για τον κόσμο και συνεπώς του επιτρέπεται η ερμηνεία κάθε εκδήλωσης αυτού του κόσμου. Ερμηνεία και κρίση.

 
Η επίκληση της ιδεολογικής ανωτερότητας δεν αρκεί. Αυτό το γνωρίζουν καλά όλοι οι εξουσιαστές στη διαδρομή της Ιστορίας. Χρειάζεται κάτι ακόμη. Υψηλότερο. Υψηλότερο και υπέρτερο. Χρειάζεται η ηθική ανωτερότητα.
Χρειάζεται μια κάποια επικοινωνία με το «θείο». Διεκδικεί έτσι με τον λόγο του την ίδια την ενσάρκωση του Καλού. Είναι η εσχατολογική υπόστασή του. Χωρίς αυτό η ύβρις θα είχε περιορισμένη ακτινοβολία. Και δεν θα ολοκλήρωνε ποτέ την αποστολή της. Δεν θα άγγιζε ποτέ τον έσχατο εαυτό της.

Η διεκδίκηση της ηθικής ανωτερότητας είναι ακριβώς η έσχατη πλευρά της ύβρεως. Είναι το τελευταίο βήμα της καταστροφικής της οντότητας.
Για να υπάρξει, δανείζεται το Καλό. Κλέβει από τον πυρήνα του ηθικού το περιεχόμενό του και χτίζει τη μεταμφιεσμένη της φύση. Εξερχόμενη στον κόσμο και ομιλούσα, η ύβρις υιοθετεί τον λόγο της αλήθειας στο τελικό στάδιο της δημόσιας παρουσίας της. Γνωρίζουμε όμως ήδη καλά ότι «ακόμη και οι αλήθειες που λέει, είναι μια στιγμή του ψεύδους της». Αυτό το ψεύδος που είναι το τελικό όπλο της ψυχολογικής καταστολής, στην υπηρεσία της εξουσίας και εναντίον των ανθρώπων.

Εμείς που ανήκουμε στους κοινούς θνητούς, εμείς που δεν είμαστε «φτιαγμένοι από άλλο υλικό», αγαπάμε την απλή και ισότιμη, ανθρώπινη περίστασή μας. Και αντιμαχόμαστε κάθε πολιτική και ιδεολογική υπεροψία.
Η δημοκρατία είναι μια διαλογική κατάσταση. Δεν ανήκει σε κανέναν ξεχωριστά. Ανήκει σε όλους, σε όλους που μετέχουν.
Η συνειδητοποίηση είναι το όπλο απέναντι στους εχθρούς της. Διαφορετικά αυτή η συνειδητοποίηση έρχεται στην Ιστορία σαν μαινόμενη πυρκαγιά.

 

Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 04/03/2018

Η ήττα της πολιτικής ρίχνει πάνω στο κοινωνικό σώμα τη μαυροφόρα σκιά της. Είμαστε όλοι μάρτυρες της αποσάθρωσης που προκύπτει. Μια κυβέρνηση που σέρνεται στην έρημο της ύπαρξής της, μια κοινωνία που κινείται μεταξύ του βάρους της ανάγκης και της παραζάλης που γεννά η ακατανοησία των συνθηκών της εποχής.
Στη ζώνη μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, στην κόψη μεταξύ νόμιμου, ηθικού και ανήθικου, ο αντιφατικός κυβερνητικός λόγος τροφοδοτεί τη φαντασία της εξουσίας και εργάζεται για τη διαιώνιση της μαυροφόρας σκιάς.
Η σημερινή εξουσία, ως κατ' εξοχήν ιδεολογίζουσα, επιδιώκει την καταστροφή της ατομικής συνείδησης, κάθε ατομικής συνείδησης.
 
Γνωρίζοντας ότι όταν συντελείται ή όταν συντελεστεί η συνειδητοποίηση είναι αδύνατη η απόκρουσή της, οι κυβερνητικοί πασχίζουν να εμποδίσουν τη συγκρότηση της ενότητάς της. Διεκδικώντας την ολότητα των πραγμάτων για τον εαυτό τους, οι κυβερνητικοί, με τον Πρωθυπουργό σημαιοφόρο, αναλώνονται στη μάταιη προσπάθεια να διαβρώσουν τη ζωή μας, αφού δεν μπορούν να την υποτάξουν.
 
Αυτό εξελίσσεται σήμερα μπροστά στα μάτια μας.
 
Οι άνθρωποι όμως είναι πιο ριζοσπάστες από τη θεωρία. Και άνθρωποι, πολλοί άνθρωποι θα μάχονται υπέρ της ολότητας της συνείδησής τους και θα κερδίζουν βήματα αυτοπροσδιορισμού και ελευθερίας σε αυτή τη δύσκολη μάχη και σύγκρουση.
 
Σήμερα που η συλλογική πολιτική δράση δεν μπορεί εύκολα αν αποκτήσει υπόσταση, λόγω του βάρους του παρελθόντος, άνθρωποι, δίπλα μας, μόνοι τους, ξεχωριστά ο ένας από τον άλλον, στον τόπο εργασίας τους και συνακόλουθα συχνά όπου μπορούν, γίνονται η δύναμη της αντίστασης και της κρούσης.
 
Μέσα στον θόρυβο της επικαιρότητας, που καθοδηγεί η κυβερνητική κενολογία, δεν λέγεται μια λέξη, δεν ακούγεται ένας ψίθυρος, δεν πέφτει μια ματιά αναγνώρισης και τιμής σε αυτούς τους εργάτες της εμπνευσμένης ζωής.
 
Δάσκαλοι και δασκάλες στην τάξη, καθηγήτριες και καθηγητές, νοσηλευτές και νοσηλεύτριες, γιατροί, ιερείς σε καθημαγμένες ενορίες, στο όριο μόλις της Ομόνοιας, αλλά και άλλοι πολλοί, πέρα από υλικές συνθήκες και κάθε περιβάλλον επιρροής και εξάρτησης, ξεδιπλώνουν την προσφορά τους στον άλλον. Δεν περιμένουν έπαινο, δεν προσδοκούν ύμνους. Εμαθαν να εργάζονται στη σιωπή.
 
Οποιος παρακολουθεί σήμερα τα δίκτυα αλληλεγγύης που λειτουργούν μακριά από φώτα και δημοσιότητα, συναντάει αυτούς τους ανθρώπους της εμπνευσμένης ζωής.
 
Αποτελούν στην πράξη το ακαταμάχητο φυλάκιο του πρωτείου της ατομικής συνείδησης, που άτρωτη από τον διαβρωτικό εξουσιαστικό λόγο στέκεται υπερασπιστής του πραγματικά αδυνάτου, απογυμνώνοντας κάθε εξουσιαστική εκμετάλλευσή του.
 
Αυτές οι εστίες ανθρώπων καίνε δίπλα μας. Και είναι κάτι περισσότερο, κάτι άλλο και περισσότερο από μια επανάσταση στην καθημερινή ζωή. Είναι η πηγή της έμπνευσής της. Είναι το άλας της επόμενης φάσης.
DMC Firewall is a Joomla Security extension!