Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 12/01/2020

Με πυκνά γεγονότα κυλάει ήδη ο νέος χρόνος. Αυτός  που έφυγε θα μπορούσε να πάρει μαζί του τις εριστικές συζητήσεις. Μια δεκαετία εντάσεων και τυφλής σύγκρουσης μοιάζει να τελειώνει. Σαν να έχει έρθει «το πλήρωμα του χρόνου» για μια μετάβαση. Κάποια βήματα αργής ωρίμανσης είναι δυνατά ή έχουν ήδη συντελεστεί.

Τώρα πια μοιάζει πιο εύκολο να ξεχωρίσουμε αυτό που έχει ήδη πεθάνει και να στηρίξουμε καλύτερα αυτό που πρέπει να μείνει ζωντανό. Όλο πιο δύσκολα τα ασήμαντα και η σκιά τους θα κρύβουν τα σημαντικά. Και μπορούμε να κερδίζουμε την παράλυση που γεννάει η αδυναμία διάκρισής τους. Σήμερα βρισκόμαστε σε καλύτερη θέση.

Ξέρουμε πια ότι η γη δεν είναι επίπεδη. Και μαζί με αυτή τη γνώση μάθαμε καλύτερα ότι η απλοποίηση των συνθηκών της εποχής, είχε και έχει μέσα της κάτι σαν διαγραφή της πραγματικής ζωής. Η γη δεν είναι επίπεδη και κινείται, όπως ακατάπαυστα σε μεταβολή βρίσκεται ο πραγματικός κόσμος, σε μια διαρκή νέα σύνθεση. Που φέρει εντός της κάθε τι που προηγήθηκε, ως νέο όμως «υλικό» που προετοιμάζει και αυτό κάτι νέο, εργαζόμενο για την επόμενη φάση.

Ξέρουμε πια ότι δεν μας επιβουλεύονται εξωτερικοί εχθροί. Ο έξω κόσμος δεν κοιμάται και ξυπνάει με την αγωνία της καταστροφής μας. Η αντικειμενική ύπαρξή του ορίζει τους υποχρεωτικούς συνομιλητές μας. Ο κόσμος εκτός καλεί τον οικισμό μας να κατεδαφίσει τα τείχη και στην ανοιχτή πεδιάδα της ιστορίας να συναντηθεί μαζί του. Αυτή η ανάγκη μοιάζει πια να είναι ένα κέρδος της συνείδησης του σύγχρονου Έλληνα. Η Κυβέρνηση φαίνεται να αντιλαμβάνεται την εποχή.

Συχνά στην ιστορία του ανθρώπου τα γεγονότα δεν αφήνουν την εμπειρία να σκουριάσει. Και αυτή συχνά μας προστατεύει, ώστε δυσκολότερα να ξαναπέσουμε στα ίδια λάθη. Ήδη η χώρα μετατοπίζεται σε αυτό το μέτωπο σε καλύτερη θέση. Οι πολιτικές δυνάμεις αναζητούν για τον εαυτό τους έναν νέο δρόμο μέσα σε αυτή την αόρατη μεγάλη μεταβολή. Μια νέα φυσιογνωμία της χώρας μπορεί να διαμορφωθεί. Με περισσότερο ορθολογισμό, με δυναμωμένη την κριτική σκέψη, με απωθημένο τον πειρασμό του ψεύδους. Ο σεβασμός των ανθρώπων στις αντικαπνιστικές ρυθμίσεις δίνει ένα μήνυμα. Είναι καιρός και άλλα μέτωπα να ρθούν μπροστά, από, για παράδειγμα, τα τροχαία εγκλήματα μέχρι μια δημόσια επίμονη συζήτηση για το περιβάλλον και την προστασία του.

Το εμπόδιο στην κίνηση, όχι μόνο στην Ελλάδα σήμερα, αλλά σε όλες τις εποχές, είναι ο παλαιός εαυτός. Και εμείς έχουμε μπροστά μας τον παλαιό εαυτό μας. Γνωρίζοντας ότι « δεν υπάρχει ειρήνευση, ούτε γαλήνη», διατυπώνω τη βεβαιότητα ότι μπορούμε σήμερα να ακολουθήσουμε μια πορεία καλύτερα ζυγισμένη, ανάμεσα στην παραπλάνηση, την αυταπάτη και την ευθύνη.



Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 29/12/2019

Είχε μέσα της κάτι από την ελπίδα κάθε μεγάλου σχεδίου εκείνη η επανερχόμενη συζήτηση. Κινητήρια σαν μεγάλος σκοπός. Στην παρέα της Πρωτοχρονιάς κατέληγε σε αντιδικία. Η ευχή «να βρούμε φέτος τη χαμένη πηγή» δεν είχε πολλούς οπαδούς. Είχαν περάσει πολλές δεκαετίες και το επιχείρημα ήταν ισχυρό. Δεν μπορεί να υπάρχει πια εκείνη η χαμένη πηγή.

Ίδιοι τόποι, άλλες εποχές.

Ο θαλασσινός ορίζοντας κέρδιζε το καθημερινό βλέμμα. Η θάλασσα ήταν η αναπόδραστη φαντασία τους. Το χωριό κυλούσε στην πλάτη του βουνού, που όριζε δύο κόσμους. Μπροστά η θάλασσα, πίσω ο τόπος του καθημερινού τους μόχθου. Εκεί στα φροντισμένα κτήματά τους, ελαιώνες, μπαξέδες, αμπέλια και περιβόλια, περνούσαν σχεδόν όλο τους το βίο. Δύσκολη και δυσπρόσιτη γη, που έπαιρνε ζωή από την ανάγκη  και την επιμονή των ανθρώπων.

Τα χρόνια πέρασαν. Και δεν ξεχάστηκαν μόνο εκείνες οι εποχές, ξεχάστηκαν μαζί τους και οι τόποι. Κτήματα που άνθιζαν και καρποφορούσαν, πεζούλες καταπράσινες από περιβόλια και αμπέλια εγκαταλείφθηκαν. Η φύση κέρδισε το χώρο. Μόνο οι διηγήσεις έφερναν στο νου τις παλαιές εικόνες.

Η ιδέα να ανακαλύψουμε τη χαμένη πηγή, που κατοικούσε στη σκέψη μας, συχνά μας προκαλούσε. Όλα τα σχέδια κάθε Πρωτοχρονιάς είχαν αναβληθεί. Και οι παλαιότεροι πάντα μας απέτρεπαν: «Δεν υπάρχει πια πηγή, δεν υπάρχει πια στέρνα». Η περιέργεια είναι, όμως, πάντα ένα κίνητρο και η επιμονή ανοίγει πάντα ένα δρόμο. Βρεθήκαμε τέσσερις άνδρες στο σημείο που κανονικά θα βρισκόταν η πηγή, η στέρνα και η καρποφόρα πεζούλα, εκεί που η Χρυσώ και ο Κυριάκος πολλαπαλασίαζαν με την εργασία τα αγαθά της.

Η ζουγκλώδης βλάστηση πολλών δεκαετιών μας έκοβε ακόμη και το βλέμμα. Πώς θα τη βρούμε, πώς θα φτάσουμε στην πηγή; Η προσπάθεια ξεκίνησε. Ο Νεκτάριος, χειριστής των σύγχρονων μέσων, ψηλαφίζει τη γη, σημείο προς σημείο, με μεγάλη τέχνη. Και ανοίγει σιγά – σιγά το δρόμο. Ο Γιάννης ανακαλούσε διαρκώς τις αναμνήσεις του. Ήταν, θα λέγαμε σήμερα, το GPS της παρέας. Και ο Μάριος, μας θύμιζε διαρκώς και ενοχλητικά τους κινδύνους. Προχωρούσαμε. Ανοίγουμε δρόμο στην κατάφυτη πλαγιά. Γεμάτοι αμφιβολία για την κατεύθυνσή μας και ανταλλάσσοντας αθεμελίωτα επιχειρήματα και υποθέσεις, συνεχίζαμε να πιστεύουμε ότι θα βρούμε, τελικά, τη χαμένη πηγή.

Ξαφνικά, μια κραυγή παιδικού ενθουσιασμού μας ενώνει. Φάνηκε πίσω από την πυκνή συστάδα των κορμών μια μικρή λευκή πέτρινη επιφάνεια. Ήταν η χαμηλή μάντρα που συγκρατούσε το νερό της χαμένης πηγής. Σε λίγο, ο πηλός που πάτησαν τα πόδια μας και οι ψάθες μέσα στο αδιαπέραστο φύλλωμα, ήταν τα πρώτα μηνύματα ότι η πηγή ήταν κοντά μας.

Ασίγαστος πια ο ενθουσιασμός μας επιβεβαιώνεται με έναν αυθόρμητο εναγκαλισμό, εκεί στην άκρη του Θεού, δίπλα στην πηγή των θρύλων. Ούτε νύμφες, ούτε νεράιδες στα νερά του βουνού, όπως μας έλεγαν μικροί. Μόνο η ανείπωτη χαρά να βλέπεις τη χαμένη πηγή, προσιτή πια, να κυλάει αργα, μέσα στην παλαιά στέρνα. Καμιά αμφιβολία δεν πρέπει, τελικά, να σε σταματά και κανένας φόβος αποτυχίας δεν έχει θέση στην προσπάθεια. Παντού μπορεί να υπάρχει μια χαμένη πηγή.

Σταθήκαμε για λίγο και παρατηρούσαμε το νερό να τρέχει. Και είχε ο καθένας μια μικρή ιστορία να πει. Την επόμενη Πρωτοχρονιά κανείς δεν έφερε αντιρρήσεις για τις ευχές. Όλα μπορεί να συμβούν.

Υ.Γ. Σε παραλλαγή του περιλαμβάνεται στο μικρό βιβλίο μου «10+10 κείμενα για την πολιτική και την ύπαρξη».

 

Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 15/12/2019

Καθώς βαδίζουμε προς το τέλος του χρόνου, παρά τα απειλητικά εξωτερικά σήματα, μοιάζει να βιώνουμε μια σχετική κοινωνική και πολιτική ησυχία. Οι κάλπες του Ιουλίου έφεραν μια νηνεμία. Σαν να μένει οριστικά πίσω μια εποχή έντασης και αδιέξοδης σύγκρουσης.

Θα περίμενε κανείς μετά την εμπειρία της δεκαετίας, χωρίς φυσικά κάποια προσδοκία μηχανικής εφαρμογής, τα κεντρικά, δομικής φύσεως διαχρονικά προβλήματα να βρεθούν στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος. Και γύρω τους να υψωθούν οι σημαίες της νέας εποχής. Και ένα δημιουργικό μέτωπο σύγκρουσης να μας πάει πέρα από τη μεθόριο. Μοιάζει μάταιο.

Η επικαιρότητα μας κυβερνάει «σαν αόρατος μονάρχης». Το επίκαιρο καλύπτει το χρόνο, κερδίζει την προσοχή και αρπάζει το ενδιαφέρον. Γύρω του περιστρέφεται η δημόσια συζήτηση. Ένα μικρό εντυπωσιακό γεγονός, ένα θεαματικό δυστύχημα, μια έξυπνη ατάκα, ένα παραστράτημα πολιτικό, μια ατυχία στο λόγο, μια υπερβολή της εικόνας. Και άλλα μικρά θεάματα που σβήνουν πριν ανάψουν.

Και ακόμη άλλα θέματα δίπλα, που αν και σημαντικά, ως επίκαιρα διεκδικούν την προσοχή, ως επίκαιρα παρέρχονται. Ποιός είναι ο σωστός εορταστικός φωτισμός της πόλης; Ποιος θα ορίσει το ωραίο; Ποιος θα αναδείξει το περίγραμμα, ίσως και τους κανόνες της αισθητικής μιας εποχής; Υπάρχουν επιλεγμένοι που διαθέτουν το πρωτείο στην απάντηση; Μπορεί να νοηθούν θεσμοί που θα ορίσουν τι είναι αυτό που προκαλεί, χωρίς λογική επεξεργασία, πληρότητα και τέρψη;

Ερωτήματα σημαντικά, πέρα από τη στιγμή, που χάνονται μέσα στη σκηνοθετημένη φωταγώγηση του επίκαιρου. Το επίκαιρο είναι μια αποσυναρμολόγηση του παρόντος. Κάθε επομένη είναι ένας σπασμένος καθρέφτης. Μέσα του μόνο κομμάτια μιας αλλοιωμένης εικόνας επιβιώνουν.

Το επίκαιρο είναι παραπειστικό. Τρέφει την επανάπαυση, αποσπά από τα σημαντικά, σώζει τις Κυβερνήσεις από τα δύσκολα. Μοιάζει μάταιο να προσπαθήσει να αποψιλώσει κανείς τη γοητεία του επίκαιρου. Την ίδια ώρα αυτό είναι μια «προχειρογραφία». Ως επιφανειακά μόνο συνδεόμενο με τη διαλεκτική κίνηση της ζωντανής ιστορίας. Έτσι κυλάνε τα πράγματα στις κοινωνίες. Ιδιαίτερα στις μικρές, με χαρακτηριστικά οικισμού, που αγαπούν τον περίλκειστο εαυτό τους, προσπερνώντας ή αδιαφορώντας για τον μεγάλο έξω κόσμο.

Τον καιρό αυτό, τις μέρες αυτές, κάτι φαίνεται να σκιρτά στη σκιά του επίκαιρου. Σε όλες τις παρέες , όλων των ηλικιών, τα ελληνοτουρκικά είναι το θέμα. Δεν έιναι μόνο η ανησυχία ή ο φόβος που κερδίζει το ενδιαφέρον. Είναι κάτι πιο ουσιαστικό. Αυτό που ονομάζουμε «πατριωτισμό» ανακινείται από τον απειλητικό κ. Ερντογάν.

Κάτω από τη σκιά του επίκαιρου είναι πάντα νοητό και δυνατό να αμφισβητηθούν τα συστατικά του. Και να αναζητηθούν οι σταθεροί τόποι εναντίον του. Οι τόποι γης και οι τόποι συνείδησης. Και να αναζητηθεί το νόημα της υπεράσπισής τους.




Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 22/12/2019

Η εποχή τρέφει την πλάνη ότι γνωρίζουμε τα γεγονότα. Αυτό που έγινε είναι όσο ποτέ στη διάθεσή μας. Πληθωρισμός εικόνων και πληθωρισμός λόγου τα συνοδεύει. Και ζούμε στην αυταπάτη ότι είμαστε κύριοι και γνώστες τους.

Πέρα από τη φολοσοφική αντιδικία για την πηγή της γνώσης και τα όριά της, στην πολιτική σύγκρουση το ζήτημα της γνώσης των γεγονότων και της ακόλουθης απόδοσής τους αμφισβητεί και δοκιμάζει ακόμη και την ατομική εμεπιρία. Εδώ αυτό που γίνεται δεν υπάρχει. Αυτό που περιγράφεται και δια της περιγραφής χτίζεται, είναι αυτό που υπάρχει.

Η πραγματικότητα νοείται ανεξάρτητα από εμάς και τα γεγονότα έχουν πάντα την αντικειμενική υπόστασή τους. Είναι μάταιο να περιμένουμε ότι η παραδοχή αυτή θα γίνει ποτέ δεκτή στο πολιτικό μέτωπο. Η πολιτική περιφρονεί τα γεγονότα. Η αντικειμενική υπόσταση των πραγμάτων δεν ενδιαφέρει. Προέχει η πολιτική τους χρήση. Έτσι σε κάθε περιγραφή τους υπάρχει μια πρόθεση παραπλάνησης, ένταξής τους σε μια ιδεολογική προεπιλογή, υποταγή τους σε μια προδιαμορφωμένη ανάγνωση.

Αν τα γεγονότα υπάρχουν με έναν τρόπο, η απόδοσή τους έρχεται να τα συμπληρώσει. Να τα κάνει αυτά που τελικά θα γίνουν. Η αρχική τους υπόσταση είναι η πρώτη ύλη. Στα χέρια του αφηγητή της αυτή θα παρει μορφή. Καταγραφόμενη μπαίνει στην τελική  φάση της ύπαρξής της. Αποκρυσταλλώνεται έτσι το γεγονός στο χρόνο ως κάτι άλλο από αυτό που αρχικά υπήρξε. Το γεγονός πεθαίνει, ζει η περγραφή του.

Αν και το γεγονός είναι αντικειμενικό στα συστατικά του, η περιγραφή του είναι πάντα υποκειμενική. Η σκηνοθεσία του είναι ιδεολογικά προσαντολισμένη. Θα διαβαστεί όχι όπως υπήρξε , αλλά όπως θα είναι χρήσιμο στην πολιτική σύγκρουση. Και εδώ το παλαιό ζήτημα θυμίζει την ακατάβλητη αντοχή του.

Τα πρωτεία του λόγου. Ποιος έχει τα πρωτεία του λόγου; Ποιός θα μιλήσει πιο δυνατά για τα γεγονότα; Ποιός θα κερδίσει τη μάχη της περιγραφής τους; Ποιός θα επιβάλλει τη δική του ερμηνεία; Ποιός έχει τον τελευταίο λόγο πάνω στην κατασκευή της πραγματικότητας;

Τα πρόσφατα γεγονότα στο Κουκάκι, ένα παράδειγμα. Ποικιλία εκδοχών, περιγραφές, εικόνες, λήψεις, μαρτυρίες, ανακοινώσεις, προσθήκες, αποκρύψεις, αλήθειες , ψεύδη. Ο πολιτικός χρήστης του γεγονότος επιχειρεί ακόμη και να το υπερβεί. Κυρίως επιχειρεί να μας μιλήσει γι αυτό που θα μπορούσε να συμβεί και αναγκαστικά κάποια στιγμή θα συμβεί. Μέσα από αυτό θέλει να μας μιλήσει για όλα. Η πολιτική χρήση ανθρώπων και γεγονότων είναι πάντα ένταξη σε ένα πολιτικό σχέδιο. Η παραπλάνηση είναι ο στόχος. Να παραμείνει από την επεξεργασία ένα κατάλοιπο σύγχυσης. Εμπόδιο στην αντίληψη του πραγματικού.

Οι απλοποιητές είναι θύματα του εαυτού τους. Στην πρώτη κύρια πλάνη των πρωταγωνιστών και αποδεκτών έρχεται να προστεθεί μια δεύτερη. Δεν υπάρχει τελική εκδοχή των γεγονότων. Η ιστορία μας διδάσκει ότι η περιγραφή τους είναι πάντα ένας μισοτελειωμένος αγώνας. Μια νέα και επόμενη θα ακολουθήσει.

 

Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 08/12/2019

Η χώρα έζησε δεκαετίες με έναν εχθρό απέναντί της. Την πραγματικότητα. Την αρνήθηκε επίμονα, την κατήγγειλε με πάθος, την απόδιωξε με φορά ορμητική.

Μόνο που στο αμόνι της πραγματικότητας σφυρηλατείται η συνείδηση των ανθρώπων. Και η αποφυγή της πυρακτωμένης της φύσης είναι πάντα προσωρινή. Εφήμερη. Στέρεη και χαλύβδινα επίμονη αυτή η πραγματικότητα. Δεν βρέθηκε ακόμη ο μηχανισμός διαγραφής της. Και αναπόφευκτα το αμόνι, έτσι ή αλλιώς, δουλεύει.

Αυτός ήταν ο τρόπος που προχώρησε, που έζησε η Ελλάδα. Στη μεθόριο μεταξύ πραγματικού και φαντασίας. Η ελκυστική μεταμφίεση της πραγματικότητας αποτέλεσε την κύρια μέριμνα των πολιτικών δυνάμεων. Η αισιοδοξία της γραμμικής εξέλιξης εγκαταστάθηκε ως η μόνη εκδοχή. Όλα ήταν εγγυημένα. Το κράτος θα παρείχε αιώνια προστασία. Η λάμψη της ευμάρειας θα κέρδιζε τη φθορά του χρόνου. Τα κόμματα από επεξεργαστές νοήματος, που εκ του πυρήνα τους οφείλουν να είναι, έγιναν γραφειοκρατικοί μηχανισμοί τροφοδοσίας του εαυτού τους και κυρίως της φαντασίας της αδιατάρακτης ευμάρειας και πορείας.

Για δεκαετίες, οφείλουμε να το αποδεχθούμε, καθώς ο καιρός φέρνει μαζί του νέες απαιτήσεις και μας φορτώνει με νέες ευθύνες, η ελληνική κοινωνία και οι εκφραστές της, αρνούμενοι τη διάσταση του πραγματικού κόσμου, «συμπτύχθηκαν κάτω από το χρόνο», για να χρησιμοποιήσω την ακρίβεια του ποιητή. Σαν να θέλησαν να κρυφτούν εκεί.

Μνημόνια, αντιμνημόνια, αγανακτισμένοι, οπαδοί του «δεν πληρώνω - δεν πληρώνω», θιασώτες της επίπεδης γης, οραματιστές εύκολου πλούτου, προφήτες εγκόσμια σωτηρίας. Όλα τα συναντήσαμε σε έξαρση, τα γνωρίσαμε σε παροξυσμό.

Μόνο που έρχονται τα γεγονότα και τραβάνε το παραπέτασμα. Και μια πρωτόγονη ταραχή καταλαμαβάνει την αδέσποτη φαντασία. Και το σκίρτημα της ανησυχίας και του φόβου θέτει ένα όριο και καλεί σε περίσκεψη.

Τις τελευταίες μέρες τα ελληνοτουρκικά αναδεύουν τη μνήμη των τελευταίων δεκαετιών, ανακαλούν τον χειρισμό της κρίσης, θυμίζουν προσδοκίες , υποσχέσεις και συμβιβασμούς. Και γίνεται αναγκαστικά στοιχείο της πραγματικότητας αυτό που ο προβληματισμός, η ανησυχία και ο φόβος ανακαλεί στη μνήμη.

Τα ελληνοτουρκικά υποχρεωτικά θα ανακεφαλαιώσουν την εποχή. Και νομίζω ότι ήδη αρχίζουν να διδάσκουν. Έρχεται πράγματι κάποια στιγμή που τα γεγονότα δεν επιτρέπουν καμιά ταλάντευση ανάμεσα στη φαντασία και το πραγματικό.

Σε κάθε περίπτωση το αμόνι είναι εκεί. Ή θα δουλέψει η συνειδητοποίηση και ένα μικρό βήμα ελευθερίας θα συντελεσθεί ή θα σφυρηλατηθεί στο αμόνι ένας ακόμη κρίκος.

DMC Firewall is developed by Dean Marshall Consultancy Ltd