Στον πλούσιο κύκλο συζητήσεων, που ο οργανώνει «Ο ΚΥΚΛΟΣ», κομίζοντας προβληματισμό και ιδέες στον δημόσιο χώρο, ακούγονται συχνά ενδιαφέροντες ευφημισμοί.

1. Ο ευφημισμός «πολτικό σύστημα». Ο ευφημισμός εία ένα σχήμα λόγου, που μιλάει για το αντικείμενο, μέσα από το αντίθετό του. Ενώ στη χώρα το λεγόμενο πολιτικό μας σύστημα έχει όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του συστήματος, παραμένει στον πυρήνα του ένας «σχηματισμός» φεουδαρχικού τύπου. Πρόταξη της ακινησίας, αποφυγή του κινδύνου της αλλαγής, αυτοπροστασία από την κίνηση που ίσως προκαλέσει (και διδάξει) η παραμικρή μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία, περιορισμενη κινητικότητα, αναπαραγωγή στην κορυφή. Οι επιλογές αυτές, μαζικά στηριζόμενες στην κάλπη, έδωσαν στέρεη νομιμοποίηση σε αυτό το «πολιτικό σύστημα», που κινείται πάντα μέσα στα όρια μιας συμβατικότητας και επιλεγμένης στασιμότητας. Ο χρόνος και η δυναμική της εποχής αποκαλύπει την αδυναμία του και αποστερεί την έσω νομιμότητά του. Οι πολίτες – ψηφοφόροι απέχουν σε παλλαπλασιαζόμενο  αριθμό από την κάλπη.

2. Ο ευφημισμός «εκφράστηκε η εμπιστοσύνη». Με βρίσκει απόλυτως να διαφωνώ, η θέση ότι η συμμόρφωση τω ανθρώπων στην καραντίνα συνιστά έκφραση εμπιστοσύνης και αναγνώρισης στην επάρκεια της κρατικής εξουσίας. Η θέση μου είναι ότι η συμμόρφωση είναι αποτέλεσμα του φόβου. Ένα γεγονός αιφνίδιο, πρωτόγνωρο, άγνωστο, απειλητικό, θανατηφόρο , οδηγεί στη συμμόρφωση προς τα μέτρα. Η πεποίθηση ότι η απειλή του θανάτου είναι προσωρινή και ότι σύντομα «θα πάρουμε τις ζωές μας πίσω», διαμόρφωσε την ατμόσφαιρα της πρόσκαιρης προσαρμογής. «Απόδειξη» αυτού είναι ότι με την άρση της καραντίνας καμιά εμιστοσύνη δεν εκφράστηκε, αφού όλοι σχεδόν αρνήθηκαν τη συμμόρφωση στην επόμενη φάση. Έτσι εξηγείται και η δυσκολία ελέγχου του covid19 και η «απόρριψη» στην πράξη των μέτρων από μεγάλο αριθμό. Ο φόβος έιχε φέρει την «εμπιστοσύνη», η πραγματική απουσία της σήμερα φέρνει τον πολλαπλασιασμό του προβλήματος. 

 

 

 

Εφημερίδα, ΤΑ ΝΕΑ, 19/10/2020

Μπορεί να νοηθεί απαγορευμένη ζώνη ιδεών; Μπορούμε σε μια κοινωνία φιλελεύθερων επιλογών να τραβήξουμε γραμμές απαγόρευσης του εξτρεμιστικού και βίαιου λόγου;

Διάβασα με προσοχή τον διάλογο στα ΝΕΑ Σαββατοκύριακο, με αφορμή την Χρυσή Αυγή, μεταξύ του Αντώνη Καραμπατζού και του Πέτρου Παπασαραντόπουλου. Να είναι ανεκτός ο βίαιος λόγος; Ή να τιμωρείται και να αποκλεισθεί κάθε ανοχή στην απειλή που συνιστά για τη Δημοκρατία; Πρόκειται για το αιώνιο πρόβλημα, που βρίσκεται στο ερώτημα: να έχουν ελευθερία οι εχθροί της ελευθερίας;

Μία μόνο απάντηση θεμελιώνει το ισχυρό και αδιάσπαστο μέτωπο μάχης και υπεράσπισης του πυρήνα της Δημορατίας. Ναι. Να έχουν ελευθερία οι εχθροί της ελευθερίας. Ο Νόμος σε μια Δημοκρατία υπαρκτή, ζώσα και μαχόμενη είναι το όπλο στον αγώνα. Δεν απαγορεύει τον λόγο, τιμωρεί τις πράξεις.

Κάθε διαφορετική επιλογή θα οδηγούσε σε αυτοαναίρεση και αδιέξοδο. Αν γίνουμε άλλοι για να προστατεύσουμε το αγαθό της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας, θα το έχουμε ήδη καταλυτικά αλλοιώσει. Αν ο εχθρός μας οδηγήσει να μιμηθούμε τις μεθόδους του θα έχει κερδίσει. Η αλλοίωση του εαυτού μας θα είναι η νίκη του.

Τα τελευταία χρόνια της κρίσης ο βίαιος λόγος, αυτός ο προπομπός της βίαιης πράξης, απλώθηκε σαν μαύρο σύννεφο. Ξέρουμε πια την δηλητηριώδη και τοξική βροχή του. Είναι στο δικό μας χέρι, στη δική μας απόφαση , στη δική μας αποφασιστικότητα να ακυρωθεί και να αποβληθεί στην πράξη ο βίαιος λόγος. Η δική μας αδράνεια και απραξία έφταιξε.

Αν μας παρακολουθούσε ο Δημοσθένης, θα μας έλεγε πικρά επαναλαμβάνοντας τα λόγια του προς τους Αθηναίους: «δεν νικηθήκατε, δεν κινηθήκατε» (κατά Φιλίππου Γ΄). Ας γίνει η εμπειρία όπλο.

 

 

 

 

Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 18/10/2020

Παραμένει πάντα άξιο παρατήρησης η επιφυλακτικότητα και η επίμονη άρνηση μερίδας των συμπολιτών μας να συμμορφωθούν αυθόρμητα και εκούσια με τα μέτρα κατά της πανδημίας, παρά την επαναλαμβανόμενη υπόμνηση του κινδύνου.

Όταν πέρασε ο πρώτος φόβος, υποχώρησε και η συμμόρφωση. Κέρδισε η αμφιβολία και δυνάμωσε η κόπωση. Το φαινόμενο μιλάει με τον τρόπο του για τη σχέση των ανθρώπων με την κοινότητα, τον δεσμό που αισθάνονται μαζί της, την αποδοχή της αξίας του άλλου, τον σεβασμό στο δικαιωμά του. Όλα μιλάνε για την έσω πειθώ και την αξία της. Το θεμέλιο αυτό κάθε εμπιστοσύνης.

Μέσα σε εκείνη την θύελλα της τυφλής σύγκρουσης των αντιμνημονιακών χρόνων κατακρημνίστηκε κάθε έσω πειθώ. Εκείνη η έσω πειθώ του συστήματος, που το κράτησε όρθιο και λειτουργικό μετά το 1974. Άλογη αμφισβήτηση, αδιέξοδη άρνηση, ανορθολογικές παραδοχές. Η δύναμη της ανάγκης έφερε μια ισορροπία. Μια εσωτερική συνοχή αποκαταστάθηκε, η έσω πειθώ κέρδισε έκτοτε λίγο χώρο και φωνή.

Ευρισκόμενοι στη μεθόριο και υποχρεωμένοι από τα πράγματα να κινηθούμε, θα πρέπει να ενισχύσουμε, με αποφάσεις και συμπεριφορές αντίστοιχες, την έσω πειθώ. Πρόκειται για την πολιτική και θεσμική εργασία που χτίζει επίμονα τον σταθερό συνεκτικό δεσμό με λόγο και επιχειρήματα υψηλής πειστικότητας. Που επεξεργάζεται και οικοδομεί ένα στέρεο πλέγμα επιχειρημάτων, σε σχέση υποστήριξης του ενός προς το άλλο, ικανό να αντέξει στη δύσκολη διαλεκτική σχέση με την πραγματική ζωή. Ικανό να αναπλάθεται εσωτερικά, ώστε να ενδυναμώνει τον εαυτό του, ως εκφραστή μιας, διαρκώς δοκιμαζόμενης, πειστικότητας. Είναι το βαθύ θεμέλιο του εσωτερικού μετώπου απέναντι σε κάθε εξωτερική απειλή.

Το δημοκρατικό πλαίσιο συνύπαρξης αυτοανασυγκροτείται από τη δύναμη και την αντοχή της έσω πειθούς που το συνοδεύει. Και περιέρχεται σε μαρασμό, όταν η ανάγκη της έσω πειθούς υποτιμάται, όταν παραγνωρίζεται το ζωτικό αυτό μέτωπο, όταν χάνεται από ευθύνη της εξουσίας αυτή η μάχη. Τότε χάνεται και η εμπιστοσύνη, με επακόλουθο το σπάσιμο του δεσμού με την κοινότητα και την αδιαφορία για την τύχη της.

Μπορεί και πρέπει να ζωντανέψουμε και να δυναμώσουμε την έσω πειθώ. Με συνέπεια και προσήλωση στις απαιτήσεις της. Η έσω πειθώ είναι χαμηλόφωνη. Εργάζεται βουβά και σεμνά. Δεν φωνάζει για τον εαυτό της και δεν τον υμνεί. Δεν χρειάζεται διαφημιστικές καμπάνιες για να ακουστεί η φωνή της.

Η δικαστική απόφαση για τη Χρυσή Αυγή ενισχύει καθοριστικά την έσω πειθώ της δημοκρατικής μας πραγματικότητας. Δυναμώνει την εμπιστοσύνη στις θεσμικές λειτουργίες, ανυψώνοντας απέναντι σε κάθε βία την αξία της ειρηνικής συνύπαρξης και της κοινής μας μοίρας.   

 



Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 25/10/2020

Έχουν άπειρες σελίδες γραφτεί για το ζήτημα. Άνθρωποι του μέλλοντος θα συμπληρώσουν τα κενά. Γύρω από το ζήτημα αυτού του πάθους, έχει τρέξει ποτάμι το αίμα.

Όλα αρχίζουν από τα πρώτα βήματα. Από τα πρώτα βήματα της μεγάλης διαδρομής σε εξέλιξη, δύο υψωμένα χέρια μάχονται σε έναν ανελέητο αγώνα επικράτησης, που ποτέ δεν θα λάβει τέλος.

Το πρώτο. Το πρώτο είναι το υψωμένο χέρι της βίας. Ως αρχέγονη εναπόθεση αυτή η παράσταση και αυτή η μνήμη, συνεχίζει με ποικίλα ιδεολογικά αυτοδικαιωτικά προσωπεία να επιχειρεί να γράψει την τελευταία πράξη, σε ένα τέλος που φαντάζεται ιστορικό. Ένας μεγάλος σκοπός, σχεδόν πάντα, μεγάλος και ιερός, πάντα, είναι η επίκληση. Το υψωμένο χέρι της βίας διεκδικεί το απόλυτο πρωτείο πάνω σε όλα. Και κυρίως πάνω στην υποψία διαλογικού αυτοπροσδιορισμού και ελευθερίας. Ως φαντασία καθολικής εξουσίας διαγράφει κάθε τι το πολιτικό. Η βία είναι από τον πυρήνα της αντιπολιτική. Η πολιτική, η μεγάλη αυτή επινόηση του ανθρώπου, ως ο καταλυτικός θεσμικός έλεγχος της βίας, είναι το πρώτο «αντικείμενο» προς κατάργηση, ο πρώτος και ο έσχατος εχθρός κάθε απόλυτης εξουσίας.

Απέναντι σε αυτή τη «μέθοδο Κάιν», της καταστολής και του φόβου, υψώνεται το χέρι που διεκδικεί τον λόγο. «Ζητώ τον λόγο». Αντηχεί η πρόταση σαν παρατεταμένη σεισμική δόνηση στη διάρκεια της τραγικής ανθρώπινης διαδρομής. Τίποτα δεν μπορεί να ανακόψει το διαπεραστικό και διατρητικό μήνυμά της.

Γύρω από το αποφασισμένα υψωμένο χέρι του λόγου, θα γραφτεί η, εξωτερικά μάταιη και εσωτερικά καθοριστική, ιστορία της διαδρομής. Από τη Γαλλική Επανάσταση ήδη, η διαμάχη αυτή προσλαμβάνει έναν πρωτόγνωρο παροξυσμό. Οι «φίλοι» και οι «εχθροί» της ελευθερίας, σε μια απεγνωσμένη σύγκρουση, διδάσκουν με τις πράξεις τους και ταυτόχρονα χαράσσουν τις γραμμές της πορείας. Από την ελευθερία του Τύπου, μέχρι τον βάρβαρο νόμο «περί υπόπτων», βλέπουμε το εύρος της διαμάχης και το τυφλό αδιέξοδο της άρνησης. Και σκάβεται ο δρόμος.

Μέσα του βασανιστικά θα τίθεται το ερώτημα, που ενυπάρχει σε όλη τη διαδρομή και σε κάθε στροφή, διαρκώς, θα εμφανίζεται ενώπιόν μας. «Πρέπει να έχουν ελευθερία οι εχθροί της ελευθερίας»;

Οπλισμένοι με την εμπειρία των δύο τελευταίων αιώνων και κυρίως του εικοστού, θωρακισμένοι με τη γνώση που γέννησε κάθε άρνηση της πολιτικής διαλογικής διαδικασίας, αποκρούοντας με συνείδηση τον πειρασμό της αλλοίωσής μας, οφείλουμε την μία νοητή απάντηση: με τα όπλα της ελευθερίας, με το όπλο του Νόμου, παλεύουμε τους εχθρούς της ελευθερίας. Διαλογικά κερδίζεται ο κόσμος.   

 

 


Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 04/10/2020

Μολάοι Λακωνίας. Στην μικρή πόλη του νότου το Γυμνάσιο και το Λύκειο ήταν εργαστήρι πολιτισμού και γνώσης. Οι περισσότεροι μαθητές είχαν την εμπειρία του μονοθέσιου δημοτικού σχολείου. Μία αίθουσα, έξι τάξεις, ένας δάσκαλος.

Στο τέλος της δεκαετίας του ΄60, που η γενιά μου άφηνε τις τάξεις, δεν μπορούσαμε να αξιολογήσουμε το βάθος της ποιότητας, που με το πάθος εμπνευσμένων καθηγητών ζυμώθηκε στις κρύες αίθουσες.

Τα χρόνια πέρασαν. Η Ελλάδα βγαίνει δοκιμαζόμενη από εκείνη την πολύ δύσκολη εποχή. Ψάχνει τη δημοκρατική της συγκρότηση, επιχειρεί να βρει μια πολιτική λειτουργία αποτελεσματική, να εκσυγχρονίσει τις δομές της, να δυναμώσει την οικονομία της. Πολλά τα επιτεύγματα στα μέτωπα αυτά. Πολλές και οι αποτυχίες.

Το ζήτημα της ιεράρχησης σε μια κοινωνία δείχνει το βαθμό της ζωτικότητάς της. Η παρακμή είναι η αδυναμία διάκρισης από έναν λαό του ασήμαντου από το σημαντικό. Στη σύγχρονη διαδρομή μας χάσαμε τη δυνατότητα της διάκρισης. Το δεύτερο έγινε πρώτο και το ασήμαντο ανακηρύχθηκε σε σημαντικό.

Μέσα σε αυτή τη βουβή αρχικά και μαζί αόρατη οπισθοδρόμηση, αγνοήθηκε το δημόσιο Σχολείο. Παραμελήθηκε αυτό το μέτωπο νοήματος και πολιτισμού της ατομικής και συλλογικής ύπαρξης. Το Σχολείο δεν βρήκε την πρώτη θέση, όπως του ανήκει. Αυτή η υποβάθμιση παρέσυρε κάθε τι που συνδέεται μαζί του. Η αξία και ο ρόλος του δάσκαλου, η κοινωνική του θέση, η συμβολική και υλική αμοιβή του. Μια εργαζόμενη σε ΔΕΚΟ αμοίβεται πολλαπλάσια από τη δασκάλα των παιδιών της.

Ο συμβιβασμός με αυτή τη θανάσιμη υποβάθμιση υπήρξε γενικευμένος. Η κατάσταση που διαμορφώθηκε δυνάμωσε την ορμή της αδιαφορίας. Πολιτεία, δάσκαλοι, γονείς αποσύρθηκαν από το μέτωπο αυτό της γνώσης. Οι ατομικές λύσεις κέρδισαν καταλυτικά. Φροντιστήριο, ιδιαίτερα, ιδιωτικό σχολείο. Πηγή ανισότητας και ταξικής διαίρεσης.

Η παρακμή έχει πάντα τη δύναμη να πολλαπλασιάζει τον εαυτό της. Και ως προς το Σχολείο επέβαλε το παραλυτικό πνεύμα της. Οι πολιτικές αποφάσεις ιδεολογικού τύπου ρίχνουν τις τελευταίες βολές.

Η σχολική μονάδα είναι σήμερα εγκλωβισμένη στις πολιτικές επιλογές του εκάστοτε Υπουργού και των συγκυριακών στενών οριζόντων του. Ο διοικητικός έλεγχος περιορίζει την ελευθερία της παιδαγωγικής λειτουργίας και απαιτεί από εκπαιδευτικούς και μαθητές την προσαρμογή σε ένα πλαίσιο ασφυκτικά καθορισμένο.

Περνάει ο καιρός και μας εμπαίζει, όπως λέει ο ποιητής. Η αδιέξοδη φωνή των καταλήψεων του τυφλού ακτιβισμού και η κυβερνητική επιφύλαξη, έως αβουλία, θυμίζουν τον καιρό που έχει εξαντληθεί. Ας μην χαθεί άλλη τετραετία.

Χωρίς μεγαλεπήβολες επιδιώξεις και ανέφικτους στόχους, ας γίνει επιτέλους η αναγέννηση του δημόσιου Σχολείου αμετάθετος στόχος. Ας βγούν οι υπεύθυνοι από την αντίληψη της τρέχουσας διαχείρισης αυτού του κεντρικού για τον πολτισμό μας ζήτηματος. Με τον λόγο και την πειθώ να δώσουν τη μάχη. Το δημόσιο Σχολείο είναι η τελευταία γραμμή άμυνας που μας απέμεινε. Ισάξια και απαιτητική, σαν γραμμή εθνική.

 

DMC Firewall is developed by Dean Marshall Consultancy Ltd