Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 13/10/2019 


Κάθε φορά η ίδια προσωρινή κατάσταση. Μετά τις εκλογές εγκαθίσταται η πεποίθηση, ότι μια λύση έχει επιτευχθεί και ότι όλα θα πάνε διαφορετικά, ίσως και καλύτερα. Μια προσδοκία ανθίζει. Είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί αυτή η εμπεδωμένη εικόνα. Και γιατί να σπείρει κανείς ζιζάνια στον κάμπο της αισιοδοξίας; Μόνο που ποτέ δεν είναι έτσι.

Στην πολιτική μας λεγόμενη κουλτούρα, απουσιάζει εντελώς η διάσταση της πορείας, των μικρών ή μεγάλων βημάτων στο χρόνο. Η έννοια της διαδρομής. Ποτέ κανένας πολιτικός αρχηγός, για να σταθούμε μόνο σε αυτό, δεν πρόσθεσε στο δημόσιο λόγο του και στην πολιτική του φιλοσοφία τον προβληματισμό της πορείας. Δεν δόθηκε ποτέ η απάντηση στα μικρά ή μεγάλα κάθε φορά αιτήματα, ότι δεν υπάρχει λύση. Δεν ελέγχθη ποτέ το πραγματικό : μόνο διαδρομή λύσεων υπάρχει. Πορεία και δοκιμασία. Για όλα χρειάζεται χρόνος και αντοχή στο χρόνο. 

Το μήνυμα αυτό διαμόρφωσε στη λαϊκή συνείδηση την βεβαιότητα ότι όλα είναι εύκολα. Ή μάλλον ότι όλα είναι πιο κοντά στο «εύκολα» παρά στο «δύσκολα». Πόροι, λύσεις, απαντήσεις. 

Αυτή η αυθόρμητη αποδοχή του ανύπαρκτου κόσμου, πολλαπλασίασε τα προβλήματα του υπαρκτού. Αυτό γεννάει την κρίση. Αυτό την τροφοδοτεί. Τρέφει τις ψευδαισθήσεις και τους πολιτικούς εκφραστές τους. Είναι το προσάναμμα του παροξυσμού. Η κρίση είναι η άρνηση κάθε αντίληψης διαδρομής και πορείας μέσα στις υπαρκτές συνθήκες. 

Γυρίσαμε σελίδα, αλλά μένουμε στο ίδιο κεφάλαιο. Πάρα τη μεγάλη πολιτική αξία της αλλαγής που συντελέστηκε, η εδραιωμένη συνείδηση του άμεσου αποτελέσματος και του στενού ορίζοντα διεκδικεί να ορίσει τα πράγματα. 

Πολλές φορές η εποχή δεν μπορεί να αντέξει τις ανάγκες της και οι ανάγκες της δικής μας εποχής υπερβαίνουν κάθε κυβερνητική δυναμική. Χρειάζεται μια κουλτούρα, όπως λέμε αδόκιμα, απέναντι στην καταπίεση του μηχανικά αναμενόμενου. Τίποτε δεν θα προκύψει μηχανικά. Η μηχανική λογική, πάντα δυνατή ως αδράνεια του παρελθόντος, μπορεί καταλυτικά να επιβληθεί. Και τότε η καθυστέρηση θα ανεμίσει τις σημαίες της. 

Στην Ελλάδα του 2019 ανακεφαλαιώνονται οι  ανάγκες των τελευταίων δεκαετιών και μαζί τους μια εποχή. Που αντιμετωπίστηκε χωρίς ένα ήθος ευθύνης. Ο χρόνος έχει πια  εξαντληθεί. Όλα πρέπει να τεθούν από την αρχή. Με οδηγό την ευθύνη. Πρώτη απαίτησή της η διάσταση του χρόνου, η αναγκαιότητα της διαδρομής και η αποδοχή της. Χωρίς διαδρομή κανείς δεν  μεταβαίνει σε άλλο τόπο. Αυτός είναι και ο πυρήνας του διλήμματος της μεθορίου στην οποία βρισκόμαστε. Θα αποδεχθούμε ως στοιχείο της συλλογικής συνείδησης ότι στη διαδρομή μόνο νοείται η ανασυγκρότηση ή θα χαθούμε στις απαιτήσεις του παρόντος, που εντυπωσιακά θορυβεί και καταστροφικά επιδρά; 

Σε αυτή τη  διαδρομή θα μιλήσουμε τότε ανοιχτά, δημόσια, ελεύθερα, χωρίς περιστροφές, υπολογισμούς και φόβους για τις απειλές από την Ανατολή, το προσφυγικό-μεταναστευτικό, την οικονομική ανάπτυξη, την αισθητική στο Ελληνικό, το δημόσιο σχολείο, την αξία του Νόμου, τα τροχαία εγκλήματα και τις ράμπες αναπήρων. 

Ούτε μεγάλα σχέδια νοούνται, ούτε μεγάλος σκοπός υπάρχει. Διαδρομή μόνο.

 



Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 06/09/2019

Καλά είχε βολευτεί στην εξουσία. Εκεί καμιά φορά νομίζεις ότι και στην ανυπαρξία μπορείς να δίνεις ύπαρξη. Έρχεται να μας το θυμίσει ο ΣΥΡΙΖΑ της αντιπολίτευσης.

Λίγος χρόνος έχει περάσει μετά την πολύμορφη ήττα του στις εκλογές του Ιουλίου και αμήχανος, σαστισμένος, σχεδόν πανικόβλητος, έχει εισέλθει ήδη, αργά, αλλά σταθερά, σε αντιδικία με τον εαυτό του. Είναι αναπόφευκτο. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα εγκατασταθεί σε μια διαρκή αντιδικία με τον κυβερνητικό εαυτό του.

Δίκαια υποψιάζεται τον θανάσιμο κίνδυνο που τον απειλεί στην αντιπολίτευση, μετά την κυβερνητική του θητεία. Εκεί δεν έχει πολλά περιθώρια. Δεν είναι εύκολο να διεγείρει διχασμό και πάθη, δεν νοείται να υπάρξει ως τροφοδότης της κρίσης.

Έχει και οριστικά χάσει, ως πολιτικό ψεύδος, τη δυνατότητα να αναζητήσει τη σωτηρία του σε ένα μεγαλύτερο ψεύδος. Η κατανόηση βραδυπορεί, αλλά έρχεται. Σωστά εκτιμούν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ: η αντιπολίτευση θα τον αποσυνθέσει.

Δεν του απομένει παρά να ξεκινήσει μια εκστρατεία εναντίον της κυβερνητικής ύπαρξής του. Να την αρνηθεί για να υπάρξει. Να καταγγείλει τον εαυτό του, με την προσδοκία να τον οικοδομήσει ξανά.

Στη Βουλή ο κ. Τσίπρας αρνείται να συναινέσει στο σχέδιο για τους υδρογονάνθρακες, που ο ίδιος είχε υπογράψει. Μικρή ομάδα βουλευτών του τον υπερβαίνει με την ψήφο τους. Κάθε κατάφορη και εκτυφλωτική ασυνέπεια έχει μέσα της μια πολιτική απελπισία και ταυτόχρονα μια υπονομευτική αναξιοπρέπεια. Και τα δύο φανερώνουν την ανυπαρξία σεβασμού στους ανθρώπους. Ό, τι και να κάνει , ό,τι και να πει ο κ. Τσίπρας θα το αντιθέτει στην κυβερνητική πράξη του. Και αυτή θα του επιστρέφει καταλυτικά την απογυμνωτική κριτική της.

Το προσφυγικό – μεταναστευτικό είναι το άλλο μέτωπο, που ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μπει σε αντιδικία με τη μνήμη τη δική του και την εμπειρία τη δική μας. Το κολαστήριο στη Μόρια θα διαψεύδει για πάντα την επίκληση της ευαισθησίας και τα επιχειρήματα περί ακροδεξιάς, που αναμασούν κατάκοπα τα μέχρι χθες κυβερνητικά στελέχη.

Στην αντιπολίτευση ο ΣΥΡΙΖΑ θα απεικονίσει έτσι καλύτερα τον εαυτό του. Και αυτός ο «εκπεσμένος» εαυτός, θα φωτίσει ο ίδιος το τέλος του. Και θα φανεί τότε το αδιάφορο πλέον αυτό κόμμα.

 

Εφημερίδα, Πελοπόννησος, 24/09/2019

Το ζήτημα της
Iστορίας και της διδασκαλίας της, θα είναι πάντα αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης. Η Iστορία, τα γεγονότα του παρελθόντος, του εγγύτερου ή του μακρύτερου, γίνονται πάντα αντικείμενο χρήσης από την εξουσία με σκοπό αυτή να συνδεθεί μαζί τους κατά τα κριτήριά της, να αντλήσει επιχειρήματα και να δικαιώσει τη φύση της ύπαρξής της. 

Όλα τα ολοκληρωτικού τύπου καθεστώτα παραβίασαν τα γεγονότα επιλέγοντας κάθε φορά, κατά περίπτωση, ακόμη και στιγμιαία, την αφήγηση που τα εξυπηρετούσε. 

Η επιλογή, η Ιστορία να γίνεται πηγή τροφοδοσίας της εθνικής συνείδησης ούτε πρωτόγνωρο είναι ούτε παράδοξο. Πράγματι, η Ιστορία μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, δηλαδή να οργανωθεί με εθνικά κριτήρια και να αναγνωσθεί αποκλειστικά έτσι.

Πέρα από τις επιλογές μιας εξουσίας να εντάξει στο πολιτικό και ιδεολογικό της οπλοστάσιο αυτό που ονομάζουμε «Ιστορία», ο στόχος αυτός πάντα αποτυγχάνει. Δεν υπάρχει «βεβαιωμένη» ιστορία. Δεν υπάρχει ασφάλεια ούτε για τα ίδια τα γεγονότα. Πως μορεί να νοηθεί κοινή αποδοχή της παρουσίασής στους; Συνεπώς, η αντιπαράθεση για την Ιστορία είναι μέρος της φύσης της ίδιας της Ιστορίας. 

Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι οι άνθρωποι μιας εποχής, οι ζώντες, διαβάζουν τα γεγονότα που έχουν προηγηθεί, τις μεταβολές που έχουν συντελεσθεί πριν από αυτούς, με τα κριτήρια και τις ανάγκες της δικής τους  εποχής. Με τα κριτήρια του παρόντος απευθύνουμε τις ερωτήσεις μας στους νεκρούς. 

Καθόλου παράδοξο ότι το υπουργείο Παιδείας σχεδιάζει να εντάξει την ιστορία σε μια ιδεολογική γραμμή. Αν οι πρωταγωνιστές του, που παίρνουν την πρωτοβουλία αυτή, μπορούσαν μετά από πενήντα χρόνια να δουν τα αποτελέσματά της, θα καταλάβαιναν τη ματαιότητα του στόχου. 

Οι άνθρωποι ως προς την Ιστορία, ζουν μέσα σε μια πλάνη. Πιστεύουν ότι έχουν μια βεβαιότητα για τα γεγονότα του παρελθόντος. Αν όμως έχουν κάποια βεβαιότητα, αυτή είναι μια «βεβαιότητα» για το μέλλον. Η Ιστορία, όσα συνέβησαν, είναι μια ρευστή υπόθεση. Γιατί το παρελθόν πάντα θα αναπλάθεται μέσα μας.

 

 

Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 29/09/2019

Αυτό που ονομάσαμε «κρίση» κατοικεί πλέον στο ημίφως της πιθανής ανάμνησης. Η πολιτική αλλαγή του περασμένου Ιουλίου προσθέτει αισιοδοξία και τα εξωτερικά στοιχεία της κυβερνητικής δράσης προκαλούν λεπτό χαμόγελο ικανοποίησης.

Όσο όμως και αν θέλει κανείς να αποφύγει τον πειρασμό της απαισιοδοξίας, η πραγματικότητα δεν τον αφήνει. Ήδη οι κυβερνητικοί χειρισμοί των μεγάλων ευθυνών της προηγούμενης κυβέρνησης, μαζί με επιφυλάξεις και δισταγμούς, μιλάνε για τη γραμμή της μεθορίου που πρέπει να διαβούμε.

Δεν είναι η πρώτη φορά. Χωρίς βήματα σύρριζης αποφασιστικότητας, δεν αφήνεις πίσω σου τη μεθόριο. Και παρά τη φαινόμενη κυβερνητική κινητικότητα η χώρα διατρέχει τον κίνδυνο να εγκατασταθεί στην ψευδοασφαλή ζώνη της. Χωρίς τη συνείδηση ότι στη μεθόριο κρίνονται όλα και εκεί όλα θα κριθούν. Στη μεθόριο των μικρών και των μεγάλων ζητημάτων, της θεσμικής δοκιμασίας και των παραλυτικών διλημμάτων.

Στη μεθόριο χάνουν οι κοινωνίες τη μάχη. Συμβιβάζονται, υποχωρούν και αναδιπλώνονται στον αγαπημένο παλαιό εαυτό τους. Στην κρίσιμη αυτή φάση βρισκόμαστε. Και ισχύει πάντα αυτό που έλεγε ο Δημοσθένης στους Αθηναίους που βρέθηκαν ( και χάθηκαν ) στη μεθόριο της ύπαρξής τους. « Ή θα κινηθείτε ή θα νικηθείτε».

Η κίνηση είναι οι απαντήσεις. Και η κίνηση είναι να τεθούν τα ζητήματα απογυμνωμένα. Και το πρώτο ερώτημα είναι ένα: τι κάνουμε με το παρελθόν; Το άμεσο πολιτικό παρελθόν μας, που ως κρίση βιώθηκε και ως τέτοια πολλαπλασίασε τον εαυτό της; Το αφήνουμε « στις σελίδες της Ιστορίας» ;. Τι έγινε το πρώτο εξάμηνο του 2015; Τι ακριβώς είναι η Novartis; Ποιος είναι ο οργανωτής και ποιές οι ευθύνες;  Θα αναδειχνούν στο φως της κορυφής ή θα μείνουν στην αμφιβολία της μεθορίου;

Και αν τα μείζονα θέματα δεν μπορούν στο πλαίσιο του κράτους Δικαίου και της θεσμικής αυστηρότητάς του να τεθούν σε όλο το εύρος τους, πως μπορεί μια κοινωνία να συνειδητοποιήσει την ανάγκη αλλαγής, είτε πρόκειται για τον αντικαπνιστικό Νόμο, είτε πρόκειται για την αυστηρή εφαρμογή του ΚΟΚ και την αντιμετώπιση των τροχαίων εγκλημάτων; Για να μείνουμε μόνο σε αυτά, πέρα από κρίσιμα άλλα, όπως το μεταναστευτικό- προσφυγικό.

Η πολιτική είναι μια παιδαγωγική λειτουργία. Ο Νόμος είναι έλεγχος και κύρωση. Πρώτα όμως είναι ατμόσφαιρα και πνεύμα συνύπαρξης. Γι αυτό υπάρχει σήμερα μια πολιτική αναγκαιότητα να αρνηθούμε τη μεθόριο. Να μείνουν πίσω δισταγμοί, αμφιβολίες και διλήμματα.

Κάθε μεθόριος καλεί σε αξιολογικό προσανατολισμό. Δεν μπορεί να νοηθεί η μεταστροφή της συνείδησης χωρίς την ψηλάφηση του καυτού πυρήνα της πραγματικότητας που βρίσκεται επέκεινα της μεθοριακής ασφάλειας. Η μεγάλη σημερινή ανοχή προς την κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη μιλάει δυνατά και για το εύρος της ευθύνης της.



Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 15/09/2019

Πριν από πέντε ακριβώς χρόνια, στις 20 Σετεμβρίου 2015, πραγματοποιούνται στη χώρα πρόωρες εκλογές. Ήταν στην ουσία η «επανάληψη» των εκλογών του Ιανουαρίου του ίδιου έτους, που έφεραν θριαμβευτικά στην εξουσία το κόμμα της σημερινής Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Επρόκειτο για δίδυμες εκλογές. Τις συνδέει το 1ο εξάμηνο του 2015.

Τώρα που η χώρα έχει εγκατασταθεί σε μια νέα κατάσταση και βήματα κανονικότητας επιχειρούνται με ταχύ ρυθμό, επιβάλλεται μια γενναία δημόσια συζήτηση για εκείνο το 1ο εξάμηνο. Εκείνη την οριακή στιγμή, που όλα τα δημοκρατικά κεκτημένα ετέθησαν συνειδητά και σχεδιασμένα σε κίνδυνο.

Έκλεισε το ενδεχόμενο μιας τέτοιας συζήτησης ο κ. Μητσοτάκης την περασμένη Κυριακή στη Θεσσαλονίκη. Τα επιχειρήματα που συνοδεύουν αυτήν την άρνηση επικαλούνται το ήπιο κλίμα, την απόρριψη της όξυνσης και την επιλογή της πολιτικής ηρεμίας. Τώρα που πετύχαμε το στόχο μας, πήραμε την Κυβέρνηση, ποιο είναι το νόημα να αναμοχλεύεις το παρελθόν; Μοιάζει να πλανάται το άρρητο επιχείρημα στον αέρα.

Σε παρόμοιες οριακές στιγμές μια κοινωνία δεν μπορεί να αποφύγει το δίλημμα: αγγίζει τα δύσκολα ή αφήνει να τα σκεπάσει η λήθη και να τα καλύψει ο χρόνος; Το πρώτο εξάμηνο του 2015 δεν ήταν  μια απλή χρονική  φάση μεταξύ δύο εκλογών. Ήταν ένας αντιδημοκρατικός παροξυσμός. Μια ευθεία απειλή εναντίον των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του λαού. Επιχειρήθηκε η υλοποίηση ενός προμελετημένου σχεδίου να αποσπασθεί η χώρα από το ευρωπαϊκό κοινωνικό σώμα. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα αυτάρεσκου διχασμού, βίαιου λόγου και ψυχολογικής καταστολής. «Μπορεί η χώρα να βρει και άλλα λιμάνια» είχε πει από την Αγία Πετρούπολη ο κ. Τσίπρας. Δεν οφείλει σε μια συζήτηση στη Βουλή να εξηγήσει τι εννοούσε;

Η άρνηση αυτής της συζήτησης από τον κ. Μητσοτάκη είναι μια άρνηση συζήτησης για το βάθος των πραγμάτων. Δεν συζητάμε για τα σημαντικά σημαίνει «εγκαταλείπουμε τον αγώνα». Εδώ δεν είναι το ζήτημα να στηθεί μια νέα ανούσια αντιπαράθεση, που θα εκφυλιστεί με θόρυβο και λόγια, ως στιγμιαία παράσταση. Θα έπρεπε ο Πρωθυπουργός να αποδεχθεί την μεγάλη παιδαγωγική αξία μιας τέτοιας συζήτησης. Μιας συζήτησης που γίνεται μέρος της σύγχρονης διαδρομής ως επίμονη και επίπονη  συνάντηση, όχι μόνο με τα γεγονότα, αλλά και με τον εαυτό μας.

Η άρνηση της συζήτησης για το 1ο εξάμηνο είναι μια συνολική άρνηση κατανόησης όλης της περιόδου της κρίσης που το γέννησε. Είναι ένας φόβος μπροστά της. Όταν στη διαδρομή μιας κοινωνίας κερδίζει ο συμβιβασμός και ο φόβος, είναι βέβαιο ότι αυτή, αργά ή γρήγορα, θα συναντηθεί και πάλι με τις πηγές του φόβου της.

 

Our website is protected by DMC Firewall!