Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 13/05/2018
 
Τι να γράψεις, πού να σταθείς;
Ποιο θέμα θα είχε ενδιαφέρον μεγαλύτερο και η πιθανή υπογράμμισή του θα προσέθετε κάτι στην κοινή μας ζωή;
Το τροχαίο στον Κηφισό; Οπου ο οδηγός, όπως διαβάζουμε, έχει καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ και πέρασε στο αντίθετο ρεύμα με αποτέλεσμα δύο νεκρούς και μία σοβαρά τραυματισμένη; Με πόση ταχύτητα θα ξεχαστεί; Και πώς και γιατί το ζήτημα των τροχαίων εγκλημάτων σβήνεται από τη μνήμη πριν σβήσει το αίμα από την άσφαλτο;
Γιατί τα τροχαία εγκλήματα δεν έγιναν ποτέ αντικείμενο σοβαρής συζήτησης; Γιατί μέσα στην ατμόσφαιρα ανομίας έχουν εγκατασταθεί ο βαθύς αυτός συμβιβασμός και η αδιαφορία για τους νεκρούς και τους ζωντανούς νεκρούς, που μένουν πίσω;

Τι να γράψεις; Πού να σταθείς;
Στην κατασκευή περί της κυοφορούμενης σοσιαλδημοκρατικής μετεξέλιξης του ΣΥΡΙΖΑ; Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να γίνει κάτι άλλο από αυτό που υπήρξε, χωρίς να αυτοκαταργηθεί; Νοείται η συμπύκνωση της αντιδημοκρατικής στάσης «ή εμείς ή αυτοί» να διατυπωθεί ως νέα εκδοχή που θα διατηρεί τη διαίρεση, θα συντηρεί την παραπλάνηση και θα τροφοδοτεί την ιδεολογική υπεροψία;

Υπάρχει τέτοιο πεδίο, όπου η μεταμφιεσμένη σύγκρουση «πρόοδος-συντήρηση» θα βρει τον ΣΥΡΙΖΑ ταυτόχρονα ως τον εκφραστή της προόδου αλλά και ως ενσαρκωτή αυτού που πραγματικά είναι, της συντήρησης;
Να σταθεί στη διδαχή και στην καθοδήγηση των νέων πολιτικών προφητών που μας λένε ότι «στη δημοκρατία ξεχνάμε»; Ξεχνάμε όλοι ή μερικοί; Η υπερβατική αυτή υποχρέωση ασκείται ως μεγαλείο πολιτικής ψυχής στον χώρο του «εμείς» ή η υποχρέωση συνοδεύει μόνο τον χώρο του «αυτοί»;

Είναι η λήθη συστατικό της δημοκρατικής συνείδησης ή η μνήμη είναι αυτή που, καθώς γρηγορεί, καθιστά δυνατή μια λήθη δημιουργικά νοητή, πέρα από τον θάνατο που συνεπάγεται αν μόνο ως λήθη υπάρξει.
Αν διάβαζαν ποίηση οι πολιτικοί νεοπροφήτες, θα ήξεραν ότι «να θυμάσαι, να θυμάσαι θα πει να μην πεθάνεις».
Τι να γράψεις; Πού να σταθείς;

 
Στην απόπειρα σε εξέλιξη παραγόντων του δημόσιου χώρου να μας πείσουν για τις νέες ψευδείς διαιρέσεις; Να μας μιλήσουν για τον κυματισμό της επιφάνειας; Ωστε να μην υποψιαστούμε τι συντελείται στον βυθό; Ακούμε για την «άβυσσο που τους χωρίζει από τον νεοφιλελευθερισμό», τίποτα όμως δεν ακούμε για το πώς μία δεκαετία ήδη μετά την αρχή της κρίσης θα ηττηθεί τελικά το χρεοκοπημένο μοντέλο της πελατειακής κρατικής δουλοκτησίας.
Τι να γράψεις; Πού να σταθείς;
Στην ανθρώπινη περίσταση, ίσως.

Στην «Γκέμα» του Λιαντίνη πιθανόν, όπου απεγνωσμένα ο εμπνευστής της επεξεργάστηκε τον θάνατο, πριν τον συναντήσει ως μύθο και μύθο του σε μια σπηλιά του Ταϋγέτου.
Ή εκεί που ψηλαφίζεται τελικά μέσα από τις μικρές νεανικές παρέες, τις αμέριμνες και τις φαντασιακές, μπροστά στις καφετέριες του Θερμαϊκού, μια τρέχουσα ανύποπτη στιγμή του χρόνου;
Τι να γράψεις; Πού να σταθείς;

 

Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 06/05/2018 


Ο Μάης του '68 είναι μια κατάσταση εξεγερσιακότητας. Δεν είναι εξέγερση. Δεν είναι επανάσταση.
Αν και έχει κάτι από πνεύμα εξέγερσης, κάτι από ορμή ανατροπής, κάτι από φαντασία επανάστασης.
Ακόμη και ο Μάο διεκδικεί θέση μέσα σε αυτό το χαοτικό σκηνικό!
Μετά την «ήττα» της εργατικής τάξης η θεωρία αναζητεί επαναστατικό υποκείμενo.
Και βλέπει στη νεολαία μια νέα κοινωνική τάξη. Κάτι σαν το προλεταριάτο. Μόνο που αυτή η κοινωνική τάξη δεν υπάρχει.

Ολα συντελούνται - και οι νέοι της εποχής σπουδάζουν σε ιδανικές ως προς το παρελθόν συνθήκες - σε μια κοινωνία πραγματικά αυξανόμενης ευημερίας και σε μια κοινωνία υπαρκτής ελευθερίας. Πάντως, ελευθερίας έκφρασης. Μια ατελής συνειδητοποίηση συνοδεύει αυτούς τους νέους - φοιτητές.
Στο υπόστρωμα ακριβώς αυτό κυοφορείται μια αντίδραση σε αυτόν τον υπαρκτό κόσμο, εναντίον του οποίου κατασκευάζεται ένα ποικιλόμορφο (και αντιφατικό) ιδεολογικό οπλοστάσιο ριζικής αμφισβήτησης και καταλυτικής αποικοδόμησης. Ολα θα κατεδαφιστούν. Ολα θα χτιστούν από την αρχή.

Αυτή είναι η φαντασία του Μάη.
Σε δύο μήνες, Μάιος, Ιούνιος, όλα θα βρουν ένα κάποιο τέλος. Στις εκλογές του Ιουνίου, η συντήρηση επιστρέφουσα θα αναγορεύσει και αυτή με τον τρόπο της τον Μάη σε μύθο. Ενσωματώνοντας έτσι μέρος αυτού που πραγματικά υπήρξε.
Επιτρέψτέ μου μια προσωπική αναφορά. Ο Μάης του '68 με βρίσκει 16 ετών στην Α' Λυκείου, στους Μολάους Λακωνίας. Κανένας απόηχος των συγκλονιστικών εκείνων ημερών δεν θα φθάσει στη μακρινή, μικρή μας πόλη.
Αργότερα τα γεγονότα με φέρνουν να μελετώ στη Γαλλία τις αφίσες του Μάη του '68. Και εκεί, στις αφίσες, βλέπει κανείς πώς αυτοκατασκευάζονται οι μύθοι. Και πώς ακόμη και η εξεγερσιακότητα φαντάζεται και βλέπει τον εαυτό της ως θέαμα επανάστασης.
Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 22/04/2018


Υπάρχει στην εποχή που διανύουμε εύφορη εκλογική πεδιάδα;

Ακούγοντας τα στελέχη της αντιπολίτευσης, και ιδιαίτερα της αξιωματικής, νομίζει κανείς ότι δεν μένει παρά ο εκλογικός θερισμός. Οτι το εύρος της κυβερνητικής φθοράς έχει διαμορφώσει ήδη τις συνθήκες μιας εύκολης εκλογικής νίκης. Ερχονται και οι δημοσκοπήσεις και δίνουν αέρα ελπίδας και επιβεβαίωσης σε αυτή την πρόγνωση.

Οι δημοσκοπήσεις έχουν ασφαλώς την αξία τους. Δίνουν μια αύρα της πραγματικότητας του μέλλοντος. Και οι αριθμοί που μιλάνε για τον πιθανό μελλοντικό συσχετισμό διεκδικούν να γίνουν μέρος του πραγματικού. Διεκδικούν αλλά δεν είναι.

Και πάντως περισσότερο δίνουν μια οριακή δυνατότητα μετάβασης στην επόμενη φάση. Ακόμη και οι αριθμοί μάς δείχνουν ότι η εποχή δεν έχει τίποτα από κανονικότητα. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Τίποτα δεν θα γίνει όπως πριν. Κανένα «αντί» δεν αρκεί πλέον.

Το ζήτημα τίθεται κυρίως για τη Νέα Δημοκρατία και αυτήν αφορά. Η εκτίμηση ότι η ωρίμανση των συνθηκών θα την οδηγήσει σε ένα εύκολο εκλογικό αποτέλεσμα είναι αθεμελίωτη.

Οι μεταβολές που έχουν συντελεστεί στο κοινωνικό σώμα, η αφομοίωση του ψεύδους, ο συμβιβασμός με την ανάγκη, η παραίτηση από την ελπίδα και τη δυνατότητα βελτίωσης της ζωής εγκαθιστούν τις συμπεριφορές στο παρελθόν και κάνουν το παρελθόν οδηγό της εκλογικής στάσης.

 
Η ήττα και η συστηματική ταπείνωση των ανθρώπων από τον ΣΥΡΙΖΑ δυσχεραίνουν αντί να διευκολύνουν τη μεταβολή.

Δεν αρκεί σήμερα ένα κόμμα - η αξιωματική αντιπολίτευση εν προκειμένω - γραφειοκρατικού τύπου για να διαμορφώσει πρόσφορες συνθήκες ευρείας εκλογικής νίκης, ακόμα και αν ο στενός πολιτικός κύκλος που αποτελεί την καρδιά του μπορούσε να βρεθεί στην πιο εμπνευσμένη στιγμή του.

Σε μια εποχή σύγχυσης, ακατανοησίας, σχεδόν παραζάλης, οφείλει να προσέλθει στην αναμέτρηση, υπό τις παρούσες συνθήκες, ως επεξεργαστής νοήματος. Να καλλιεργήσει δηλαδή την πεδιάδα ώστε να γίνει εύφορη.

Αυτό σημαίνει: μέσα στον κυβερνητικό θόρυβο της σημερινής πορείας, της αμφιβολίας και της αναζήτησης προσανατολισμού και νοήματος, να προτάξει μια απάντηση για τη μεγάλη κατεύθυνση. Μια επαρκώς επεξεργασμένη απάντηση. Πέρα από τη γοητεία κάθε ακτιβισμού μικρού ορίζοντα. Μια απάντηση που διεκδικεί να καλύψει το κενό νοήματος, με τρόπο διαυγή, σταθερό και θεμελιωμένο.

Το ζήτημα είναι, επεξηγούμενα τα πράγματα, να οδηγηθούν κάπου και να εμπεριέχουν εν δυνάμει μια κίνηση προς κάπου. Να μιλήσει για τη δύσκολη πορεία στην αβέβαιη περιοχή σε μια αβέβαιη εποχή.

Χωρίς τη δύσκολη αυτή πολιτική μάχη και σύγκρουση με τις δυνάμεις του παρελθόντος, του ΣΥΡΙΖΑ πρώτου, όσο και αν κινηθεί αποτελεσματικά ένα κόμμα ως μηχανισμός εκλογικής συνάθροισης, δεν μπορεί να διαμορφώσει ορμή διακυβέρνησης, δεν μπορεί να πείσει ως εκφραστής μεταβολής.

Χωρίς αυτή την απαιτούμενη επίμονη και πειθαρχημένη προσπάθεια επεξήγησης των συνθηκών της εποχής, η παραζάλη θα καλύπτει σαν αφρικανική σκόνη την πολιτική κρίση των ανθρώπων και ο κατακερματισμός των δυνάμεων θα είναι η αποτύπωση της κάλπης.

Η ανησυχία που επικρατεί στην κοινωνία, το αίτημα της σοβαρότητας στον χειρισμό των μεγάλων θεμάτων που σκιρτά, η ανάγκη εσωτερικής ανασυγκρότησης που κερδίζει έδαφος και η αντικειμενική ανάγκη της νέας αντιπροσώπευσης δυσκολεύουν την επόμενη αναμέτρηση.

Αν λοιπόν κανείς προσέλθει στην αναμέτρηση αυτή ελπίζοντας σε εύκολο θερισμό στην εύφορη πεδιάδα, θα συναντηθεί με τα ζιζάνια του κάμπου.

Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 29 Απριλίου 2018

 

Είναι πειθήνια όργανα της κυβερνητικής πολιτικής. Είναι υψηλόβαθμα μέλη του κυβερνητικού μηχανισμού εξουσίας. Χειροκροτητές των αποφάσεων του καθοδηγητικού πυρήνα της. Ανυπόκριτοι υποστηρικτές και συμπράττοντες. Συνειδητοί υποστηρικτές της καταστροφικής πολιτικής σε εξέλιξη.

Είναι οι 53 του ΣΥΡΙΖΑ. 
Πρόκειται για πολιτική ομάδα που διεκδικεί διαφορετικότητα "καταγγέλοντας" τις πράξεις της. Δεν πρόκειται για συνήθη παραδοξότητα. Ούτε για διαλεκτική σύνθεση των αντιθέτων, που διαφεύγει σε εμάς που δεν κοινωνούμε το "πνεύμα της Ιστορίας" όπως οι 53. 
Πρόκειται για αφοσιωμένους εργάτες της χειραγώγησης. 

Κάθε τόσο οι προσηλωμένοι αυτοί εργάτες, με στάση πολιτικού ναρκισσισμού και πρόθεση κατασκευής μίας αυτοθαυμαστικής μυθοπλασίας, "σείουν τις φυλλωσιές" της επανάστασης. Με περίσσια πολιτική κομπορρημοσύνη επιχειρούν να μας πείσουν ότι αυτοί δεν είναι πράξη τους, είναι τα λόγια τους. Οι ίδιοι επικαλούνται διαρκώς τα λόγια τους, επικρίνουν όμως τους άλλους για τις πράξεις τους. Κάτι σαν ιστορική εξαίρεση. Μας καλούν να πιστέψουμε ότι είναι ό,τι λένε και όχι ό,τι πράττουν. 

Πρόκειται για κλασσική περίπτωση απόπειρας χειραγώγησης. Η ψευδής συνείδησή τους είναι ο οδηγός τους. Και όπως κάθε ψευδής συνείδηση, πρώτα αυτοχειραγωγείται και μετά χειραγωγεί. Μακριά από τον πραγματικό κόσμο, κατασκευάζει μέσα από τη χειραγώγηση και την παραπλάνηση έναν κόσμο εξουσίας. Και μαζί ένα πεδίο εύκολης και ανεμπόδιστης άσκησής της. Κοινωνοί αυτής της εξουσίας, οι 53 εργάζονται για την υποστήριξή της. Η μεταμφίεση είναι ο τρόπος. 

Οι 53 εργάζονται ως "συλλογικό στέλεχος" του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι αναπόσπαστο μέρος του. Αποτελούν υποδειγματικό τέκνο του. Σύνθημά τους είναι "πρώτα το ζην"  του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν νοούν τον εαυτό τους εκτός. Κάθε φορά που "αμφισβητούν" ταυτόχρονα επιστρέφουν στην αρχική κοίτη. Δεν διαφωνούν. Προσποιούνται. 

Οι 53 είναι μέθοδος. Μέθοδος απόκρυψης και μεταμφίεσης. Που τροφοδοτεί δήθεν με κριτική σκέψη τον κεντρικό πυρήνα. Που προσθέτει δήθεν αμφισβήτηση και αμφιβολία σε αυτό που οι ίδιοι, αφοσιωμένοι, δημιουργούν και χτίζουν. Παρέχοντας έτσι υλικό στην ψευδή συνείδηση για να στηθεί ο κατασκευασμένος κόσμος και η παραποιημένη εκδοχή του κόσμου. 

Οι 53, ως ανάχωμα στη συνειδητοποίηση, είναι στοιχείο φθοράς. Επιταχυντές της φθοράς και, ως χειραγωγοί, πολλαπλασιαστές της παρακμής. Επειδή αυτό τους φοβίζει καθώς τους απογυμνώνει, επιχειρούν να μας πείσουν ότι δεν κατοικούν στον τόπο της πράξης τους αλλά στον κόσμο της φαντασίας τους. 

Την ψευδή συνείδηση τη συνοδεύει πάντα ένας εσχατολογικός λόγος. Είναι η πηγή που ξεδιψάει. Σε ένα πρόσφατο κείμενό τους οι 53 έχουν τίτλο "Το "μετά" να αρχίσει σήμερα". Είναι λογικό να αγαπούν το εσχατολογικό "μετά". Τους αποδεσμεύει από το παρόν. Τους λυτρώνει από τη σημερινή πράξη τους. Είναι πιο εύκολο να δίνεις οδηγίες στην Ιστορία και να της απευθύνεις ιδεολογικά διατάγματα από τη συνειδητή, υπεύθυνη συμμετοχή στο οδυνηρό καθημερινό ξεδίπλωμά της. 
Μπορούν να κατέβουν ασφαλείς στο αμπάρι. Επιβλέπει στη γέφυρα ο αρχηγός τους. 

ΥΓ.: Ψευδής συνείδηση: Ψευδής είναι η συνείδηση που, καθοριζόμενη από μια υπέρτερη αλήθεια, αρνείται τον πραγματικό κόσμο, αυτοχειραγωγούμενη η ίδια και χειραγωγώντας τους άλλους προς το ψεύδος. 


 

www.tovima.gr, 19/04/2018


Χρήσιμη, ίσως, η υπόμνησή του στον καιρό μας.

Αντιγράφω και αναρτώ «το μύθο του σπηλαίου» από την Πολιτεία του Πλάτωνα. 

Σε μετάφραση 
Ν.Μ. Σκουτερόπολου, από τις εκδόσεις «Πόλις».


«..... δοκίμασε να απεικονίσεις την ανθρώπινη φύση μας ως προς την παιδεία και την  απαιδευσία της πλάθοντας με το νου σου μια κατάσταση όπως η ακόλουθη. Φαντάσου  δηλαδή ανθρώπους σ' ένα οίκημα υπόγειο, κάτι σαν σπηλιά, που το άνοιγμά της, ελεύθερο στο φως σε  μεγάλη απόσταση, θα απλώνεται σε όλο το πλάτος της σπηλιάς, και τους ανθρώπους αυτούς να  βρίσκονται μέσα εκεί από παιδιά αλυσοδεμένοι από τα σκέλια και τον αυχένα ώστε να μένουν  ακινητοποιημένοι και να κοιτάζουν μόνο προς τα εμπρός χωρίς να μπορούν, έτσι αλυσοδεμένοι καθώς θα είναι, να στρέφουν γύρω το κεφάλι τους• κι ένα φως να τους έρχεται από ψηλά κι από μακριά, από μια φωτιά που θα καίει πίσω τους, κι ανάμεσα στη φωτιά και στους δεσμώτες, στην επιφάνεια του εδάφους, να περνάει ένας δρόμος• κι εκεί δίπλα φαντάσου ένα τειχάκι χτισμένο παράλληλα στο δρόμο σαν εκείνα τα χαμηλά παραπετάσματα που στήνουν οι ταχυδακτυλουργοί μπροστά στους θεατές για να δείχνουν από 'κει τα τεχνάσματά τους...

Φαντάσου ακόμη ότι κατά μήκος σ' αυτό το τειχάκι κάποιοι άνθρωποι μεταφέρουν κάθε λογής κατασκευάσματα που εξέχουν από το τειχάκι, αγάλματα και άλλα ομοιώματα ζώων, από πέτρα, από ξύλο ή από οτιδήποτε άλλο, κι ότι, όπως είναι φυσικό, άλλοι από τους ανθρώπους που κουβαλάνε αυτά τα πράγματα μιλούν ενώ άλλοι είναι σιωπηλοί.

Αλλόκοτη, είπε, η εικόνα που περιγράφεις, και οι δεσμώτες αλλόκοτοι κι αυτοί.
Όμοιοι με εμάς, έκανα εγώ• γιατί πρώτα–πρώτα μήπως φαντάζεσαι ότι οι δεσμώτες αυτοί εκτός από τον εαυτό τους και τους διπλανούς τους βλέπουν ποτέ τους τίποτε άλλο πέρα από τις σκιές που ρίχνει το φως αντικρύ τους στον τοίχο της σπηλιάς;

Μα πώς θα ήταν δυνατόν, είπε, αφού σ' όλη τους τη ζωή είναι αναγκασμένοι να έχουν το κεφάλι τους ακίνητο;

Και με τα πράγματα που περνούν μπροστά στο τειχάκι τι γίνεται; Τι άλλο εκτός από τις σκιές τους βλέπουν οι δεσμώτες:

Σαν τι άλλο θα μπορούσαν να δουν;

Αν, τώρα, είχαν τη δυνατότητα να συνομιλούν, δεν νομίζεις ότι θα πίστευαν πως αυτά για τα όποια μιλούν δεν είναι παρά οι σκιές που έβλεπαν να περνούν μπροστά από τα μάτια τους;..

Κι αν υποθέσουμε ακόμη ότι στο δεσμωτήριο ερχόταν και αντίλαλος από τον αντικρυνό τοίχο; Κάθε φορά που θα μιλούσε κάποιος από όσους περνούσαν πίσω τους, φαντάζεσαι ότι οι δεσμώτες δεν θα πίστευαν ότι η φωνή βγαίνει από τη σκιά που θα έβλεπαν να περνά από μπροστά τους;..

Ασφαλώς λοιπόν οι άνθρωποι αυτοί δεν θα ήταν δυνατόν να πιστέψουν για αληθινό τίποτε άλλο παρά μονάχα τις σκιές των κατασκευασμάτων...

Σκέψου τώρα, ποια μορφή θα μπορούσε να πάρει η απαλλαγή τους από τα δεσμά και η γιατρειά τους από την πλάνη και την αφροσύνη, αν τύχαινε και τους συνέβαιναν τα εξής: Κάθε φορά που κάποιος από αυτούς θα λυνόταν και θα αναγκαζόταν ξαφνικά να ελευθερωθεί και να γυρίσει το κεφάλι και να περπατήσει και να αντικρύσει το φως ψηλά ―κι όλα αυτά πονώντας πολύ και αδυνατώντας από την εκτυφλωτική λάμψη να διάκρίνει εκείνα τα πράγματα που ως τώρα έβλεπε τις σκιές τους―, τι φαντάζεσαι ότι θα έλεγε ο άνθρωπος αυτός, αν κάποιος του έλεγε ότι όσα έβλεπε πρωτύτερα ήταν ανοησίες και ότι τώρα είναι κάπως πιο κοντά στην πραγματικότητα κι ότι έχοντας τώρα στραφεί σε 
αντικείμενα πιο πραγματικά βλέπει σωστότερα; Ιδίως μάλιστα αν δείχνοντάς του καθένα από τα αντικείμενα που περνούσαν από μπροστά του τον ρωτούσε και τον υποχρέωνε να απαντήσει τι είναι το καθένα τους. Δεν νομίζεις ότι ο άνθρωπος εκείνος θα τα 'χάνε και θα πίστευε ότι όσα έβλεπε τότε ήταν αληθινότερα από εκείνα που του έδειχναν τώρα;..

Κι άμα θα τον ανάγκαζε να κοιτάξει στο ίδιο το φως, δεν θα αισθανόταν έντονο πόνο στα μάτια και δεν θα προσπαθούσε να το απόφύγει στρέφοντας το βλέμμα του πάλι σ' εκείνα που μπορεί να βλέπει, και δεν θα νόμιζε ότι εκείνα είναι στ' αλήθεια πιο σαφή και ευκρινή από όσα του έδειχναν τώρα;..

Αν, τέλος, κάποιος τον τραβούσε δια της βίας προς τα έξω από ένα ανέβασμα κακοτράχαλο κι απότομο και δεν τον άφηνε προτού να τον βγάλει στο φως του ήλιου, άραγε ο δεσμώτης δεν θα πονούσε και δεν θα αγανακτούσε που τον τραβολογούσαν, κι όταν θα έβγαινε στο φως, έτσι καθώς τα μάτια του θα ήταν πλημμυρισμένα από την εκτυφλωτική λάμψη, δεν θα του ήταν εντελώς αδύνατο να διακρίνει έστω και ένα από τα πράγματα, για τα οποία θα του λέγανε τώρα πως είναι αληθινά.

Θα χρειαζόταν, νομίζω, κάποιος χρόνος προσαρμογής, προκειμένου να αντικρύσει τα πράγματα επάνω. 
Έτσι, στην αρχή, θα διέκρινε ευκολότερα τις σκιές, έπειτα τα είδωλα των ανθρώπων και των άλλων πραγμάτων στο νερό κι ύστερα τα ίδια τα πράγματα• από αυτά όσα βρίσκονται στον ουρανό, και αυτό τον ίδιο τον ουρανό, θα μπορούσε να τα κοιτάξει πιο εύκολα τη νύχτα με το φως των άστρων και του φεγγαριού παρά την ημέρα, με τον ήλιο και το φως του...

Και τελευταίο απ' όλα θα μπορούσε να αντικρύσει τον ήλιο, όχι είδωλά του στο νερό ή σε κάποια θέση άλλην από τη δική του, αλλά τον ήλιο αυτόν καθαυτόν στον δικό του τόπο, και να θεαστεί τη φύση του...
Κι ύστερα από αυτά θα έφθανε να συλλάβει με το λογισμό του ότι αυτός, ο ήλιος, είναι που δωρίζει τις εποχές και τα χρόνια και που διαφεντεύει τα πάντα στη σφαίρα των ορατών πραγμάτων, και κατά κάποιον τρόπο είναι η αιτία για όλα όσα έβλεπαν ο ίδιος και οι άλλοι δεσμώτες...

Λοιπόν; Καθώς θα ξαναθυμάται τον τόπο, στον οποίο έμενε πρώτα, τη «σοφία» που είχαν εκεί, και τους συγκρατούμενούς του εκεί, δεν νομίζεις ότι θα καλοτυχίζει τον εαυτό του για την αλλαγή, ενώ για 'κείνους θα αισθάνεται οίκτο;..

Κι αν υποθέσουμε ότι οι δεσμώτες είχαν θεσπίσει τότε κάποιες τιμές και επαίνους μεταξύ τους και βραβεία για όποιον διέκρινε καθαρότερα απ' όλους τα αντικείμενα που περνούσαν μπροστά τους, ή για όποιον συγκρατούσε στη μνήμη του ποια από αυτά συνήθως περνούσαν πρώτα, ποια ύστερα και ποια πήγαιναν μαζί με ποια, έτσι που βάσει αυτού να έχει κάποια ιδιαίτερη ικανότητα στο να μαντεύει τι επρόκειτο να περάσει κάθε φορά, έχεις μήπως τη γνώμη ότι ο άνθρωπος αυτός θα φλεγόταν από την επιθυμία για τέτοια πράγματα και ότι θα ζήλευε όσους τιμούνταν εκεί και είχαν δύναμη και αναγνώριση; Ή θα είχε πάθει αυτό που λέει ο Όμηρος, και θα επιθυμούσε διακαώς «πάνω στη γη να ζούσε κι ας ξενοδούλευε σε κάποιον άκληρο» ή να υπέφερε οτιδήποτε παρά να νομίζει τέτοια πράγματα και να ζει 
όπως εκείνοι;

...θα προτιμούσε να πάθαινε οτιδήποτε παρά να ζει εκείνη τη ζωή.

Συλλογίσου τώρα και τούτο. Αν ένας άνθρωπος σαν αυτόν κατέβαινε ξανά εκεί κάτω και καθόταν στην ίδια θέση, άραγε τα μάτια του δεν θα ήταν γεμάτα σκοτάδι, καθώς θα ερχόταν έτσι απότομα από το φως του ήλιου;..

Κι αν θα χρειαζόταν να παραβγεί πάλι με εκείνους που είχαν παραμείνει δεσμώτες προσπαθώντας να διακρίνει τις σκιές, ενώ η όρασή του θα είναι αδύναμη ωσότου να προσαρμοστούν τα μάτια του κι ο χρόνος της προσαρμογής όχι πολύ σύντομος, άραγε δεν θα γινόταν περίγελως και δεν θα έλεγαν γι' αυτόν ότι γύρισε με τα μάτια του χαλασμένα απο 'κει πάνω που ανέβηκε, και ότι δεν αξίζει τον κόπο ούτε καν να δοκιμάσει κανείς να ανεβεί επάνω; Κι όποιον θα επιχειρούσε να τους λύσει από τα δεσμά και να τους ανεβάσει επάνω, αυτόν, αν μπορούσαν με κάποιον τρόπο να τον πιάσουν στα χέρια τους και να τον σκοτώσουν, δεν θα τον σκότωναν;»....

DMC Firewall is developed by Dean Marshall Consultancy Ltd