Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 12/04/2020

Η λέξη εισέβαλε απροσδόκητα. Μια ζωή ανέμελη, στην τρέχουσα  ροή της, ίσως κενή, ίσως μόνο με την μηχανική μέριμνα να την ορίζει, ανατρέπεται. Ο ρυθμός αλλάζει, οι απαιτήσεις παίρνουν νέα διάσταση. Η  επανάληψη ακούει  καθαρά τον ήχο της.

Δεν πρόκειται για επιλογή πνευματικής άσκησης. Είναι αποτέλεσμα κυβερνητικών αποφάσεων που κρίνονται αναγκαίες για την προστασία του  αγαθού της υγείας και της ζωής. Η «έκπληξη»  έχει δύναμη, αντέχει και  στηρίζει τις πειθαρχημένες συμπεριφορές.

Η κοινωνία της εποχής μας δεν διαθέτει παρόμοια εμπειρία. Θεωρούσε το χώρο ελεύθερο και το χρόνο ανέλεγκτο. Διοικητικές αποφάσεις έρχονται να θέσουν τα όρια. Η απειλή της ασθένειας είναι  συλλογικός κίνδυνος. Άτομα θα ασθενήσουν, η υπόθεσή τους όμως είναι συλλογική υπόθεση. Το κοινωνικό σώμα τίθεται  σε απομόνωση.

Θα λέγαμε ότι για την απομόνωση ασθενείς μόνο, που βρέθηκαν σε αυτή την κατάσταση, μπορούν να μιλήσουν. Να μας γνωρίσουν – όσο μπορεί αυτό να γνωσθεί –  την  εμπειρία. Να μας μεταφέρουν το ανείπωτο κατά κυριολεξία βίωμα. Θα μας έλεγαν – φρονώ –  για τη διαγραφή των αποχρώσεων, την προσωρινή απώλεια της βούλησης, τη στιγμιαία παραίτηση από κάθε αντίδραση. Για την αναγκαστική προσαρμογή στον αποκλεισμένο τόπο. Στο χώρο και το χρόνο. Εδώ δεν πρόκειται για κυβερνητική απόφαση. Ακούγεται από τον ασθενή ως ιατρικά  και κοινωνικά υπαγορευμένη εντολή συρρίκνωσης του ατόμου στον ελάχιστο εαυτό του. Και αυτόν σε κίνδυνο θανάτου.

Η κατάσταση στην απομόνωση δεν είναι οριακή. Δεν υπάρχει μια γραμμή που την ορίζει. Που επιτρέπει έναν διαχωρισμό του «μετά», μια ελπίδα για την έλευσή του. Είναι για τον πάσχοντα μια κατάσταση μετέωρη, μια πραγματικότητα «μεταξύ», ένα μεταίχμιο αβέβαιο, θολό και επικίνδυνο. Η βιαιότητα της απομόνωσης γίνεται ανάμνηση μαζί με την αποθεραπεία. Και η «επιστροφή» στην κοινωνία, με το σταδιακό ρυθμό που υποχρεωτικά εμπεριέχει, αποκαθιστά την αρχική σχέση και χτίζει τη νέα επικοινωνία. Σε παράλληλο δρόμο θα κινηθούμε.

Στις κοινωνίες των πρώτων χρόνων της ανθρώπινης διαδρομής, η απομόνωση από την ομάδα είναι η πιο αυστηρή ποινή. Συμβαίνει για  την μη συμμόρφωση στους κανόνες,  την παρεκτροπή ή την κοινωνική ανυπακοή. Αντί για τη ρητή ποινή θανάτου, η απομάκρυνση από την ομάδα, η άρνηση του μέλους, η αποστέρηση της  επικοινωνίας  με  τους άλλους, η απομόνωση, ισοδυναμεί με  φρικτή καταδίκη.

Ο κοινωνικός βίος και η ατομική ύπαρξη εντός του είναι χώρος επικοινωνίας. Η ματιά, η συνομιλία, η επαφή, η σχέση είναι το θεμελιακό στοιχείο. «Προηγείται» ακόμη και της τροφής. Στον εύφορο κάμπο της συμβίωσης παράγεται κάθε μορφής πλούτου. Μπορεί να το ανακαλύψουμε μετά.

 

Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 05/04/2020

Γνωστή η κρατούσα αντίληψη. Οι αντικειμενικές συνθήκες διατηρούν το πρωτείο, μας λένε στερεοτυπικά. Τα πρόσωπα είναι έρμαια της ροής, εκφραστές απλοί της δυναμικής της, όργανα της νομοτέλειας. Η ιστορία δίνει παραδείγματα για κάθε πλάνη. Τα προκατασκευασμένα σχήματα βρίσκουν αφορμές δικαίωσής τους.

Αυτές τις μέρες του «μένουμε σπίτι», ένα πρόσωπο «κερδίζει» τις συνθήκες. Πρόκειται για τον γνωστό πια σε όλους κ. Τσιόδρα. Κάθε απόγευμα στις 6, δίνει το περίγραμμα των πραγμάτων, τη διάσταση της απειλής, την ένταση του κινδύνου, τις προϋποθέσεις απόκρουσής του.

Ο κ. Τσιόδρας είναι γιατρός. Άγνωστος στους πολλούς ως χθες. Διακεκριμένος στο αντικείμενό του. Και καθώς μυστηριακά κινούνται καμιά φορά τα πράγματα, βρίσκεται σήμερα φορτωμένος με την αποστολή να μεταφέρει στην κοινότητα ένα μήνυμα απειλής θανάτου και ελπίδας ζωής.

Ο κ. Τσιόδρας δεν είναι δημόσιο πρόσωπο. Δεν έχει πολιτικό ρόλο. Έχει όμως δημόσιο λόγο και λειτουργεί ως πολιτικό πρότυπο. Εδώ τα πράγματα μεταπλάθονται και με τη σφραγίδα του το πρόσωπο τους δίνει περιεχόμενο, νόημα, ίσως και νέα τροπή.

Το ύφος είναι ο άνθρωπος. Γνωρίζουμε την καθολικότητα του ύφους, πέρα από τις λέξεις, τη στάση, τους καθιερωμένους τρόπους έκφρασης και πρόσληψης. Το αντιστερεοτυπικό ύφος του κ. Τσιόδρα συνέχει τις ημέρες. Το νόημά του προσθέτει αξία στο νόημά τους.

Χρόνια ζούμε στο δημόσιο χώρο την ανακύκληση των ίδιων προτύπων. Μια εξουσιαστικότητα στο λόγο, μια πρόθεση επιβολής, μια επιδίωξη έντασης  χωρίς μέτρο. Μια εικόνα ισχύος έγινε οδηγός της δημόσιας παρουσίας.

Μέσα στην πρωτοφανή κρίση, ένας άνθρωπος από το πουθενά δεν ακολουθεί τις τετελεσμένες εικόνες. Δεν ταυτίζεται. Δεν σέβεται στερεότυπα. Με γαλήνιο μέτρο, προσήνεια και έλλογη συστολή, πασχίζει να εκφωνήσει την αλήθεια. Ένα ζωντανό πρόσωπο μιλάει. Ανοιχτό στη συγκίνηση της ζωής και το σεβασμό του θανάτου. Απροσδόκητα ένα ύφος έρχεται να διαγράψει τρόπους επικοινωνίας και να καλέσει σε οδούς συνάντησης, κατανόησης και αποδοχής. Είναι ένα ύφος αντι-ισχύος. Συζητητικό, αναγνωρίζει τον άλλον, τον συμμερίζεται και τον αγκαλιάζει. Έχει διδάξει ήδη έναν τρόπο, έχει ανοίξει έναν δρόμο. Το νέο παράδειγμα έχει εγκατασταθεί. Ένα άλλο πρότυπο είναι νοητό.

Ο κ. Τσιόδρας ενοχλεί. Κατανοητό. Κατανοητή και η δυσφορία που εκφράζει ένας αφελής προοδευτισμός που επιχειρεί να αποδώσει τοτεμικό χαρακτήρα – ποτέ το α-νόητο δεν θα μείνει χωρίς τόπο κατοικίας – στον μαχόμενο γιατρό. Έχει μέσα της μια απελπισία κάθε θεωρία, που αδυνατεί να κατανοήσει τον κόσμο των πραγματικών ανθρώπων.

Απέναντι σε κάθε μεταφυσική, όσο έχουμε σώμα, όσο έχουμε λόγο, το πραγματικό θα επιμένει. Και ζωντανά πρόσωπα θα ανεμίζουν τη σημαία του.

 

 

 

Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 22/03/2020

Δεν υπάρχει τίποτα πιο ενθαρρυντικό από τα γεγονότα. Απρόβλεπτα, ανυπότακτα, απαιτητικά. Έρχονται ορμητικά, σαν χειμερινό ποτάμι, να ανατρέψουν καταστάσεις και να διαγράψουν βεβαιότητες.

Οι άνθρωποι το έχουν ζήσει πολλές φορές στη μεγάλη διαδρομή και πολλές φορές θα το ξαναζήσουν. Είναι κατανοητό να προτιμούν την απόκρουσή του, να αρνούνται το ενδεχόμενο, να επιλέγουν τον εφησυχασμό. Είναι μια παραμυθία η άρνηση του πραγματικού.

Το κύμα του κορωνοϊού δεν γνωρίζει από φιλοσοφίες. Δεν σέβεται συνήθειες και δεν υπολογίζει κατακτήσεις.  Η απειλή απλώνεται σαν σύννεφο δυνατής αμμοθύελλας. Φέρνει θάνατο.

Το κύμα  σείει εκ θεμελίων τις βεβαιότητες. Τις βεβαιότητες που καταπίνουν τη ζωή και το σφρίγος της αγωνίας της. Είναι δυσάρεστο σήμερα να το λέμε, αλλά αληθινό. Τα γεγονότα «μεστώνουν και ωριμάζουν» τους καιρούς.

Τραβάνε την κουρτίνα. Όυτε νομοτέλεια, ούτε εσχατολογία.

- Νομοτέλεια: η πεποίθηση ότι όλα τελούν υπό την αδήριτη ανάγκη ενός νόμου καθολικής ισχύος, που ορίζει τη φύση και την εξέλιξη των πραγμάτων. Το νομοτελειακό κριτήριο οδηγεί σε μια εσχατολογική κατανόηση του κόσμου. 
-  Εσχατολογία: πεποιθήσεις, δόγματα και προσδοκίες, συνδεόμενα με τα αναμενόμενα γεγονότα, που θα σφραγίσουν την τελευταία φάση της ανθρωπότητας και θα εγκαινιάσουν μια νέα εποχή.

Το κύμα της απειλής των ημερών ανατινάζει στον αέρα, σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο, αυτή την αιχμαλωτιστική κληρονομιά της εγγυημένης και αδιατάρακτης εξέλιξης. Όσοι λατρέψανε τους μύθους, μένουν εκστασιασμένοι και άφωνοι. Και εκείνοι που υποσχέθηκαν παραδείσους, στέκονται βουβοί και άπραγοι μπροστά στο κενοφανές της καταστροφής.

Αυτή η νέα κατάσταση των κομματιασμένων βεβαιοτήτων μας καλεί σε νέα θεώρηση. Η αιφνίδια αλλαγή στη ζωή των ανθρώπων μιλάει για το πως ένας κόσμος καλείται να ξαναδεί εκ θεμελίων τον εαυτό του.

Δεν μιλάμε για την Κίνα που αυταρχικά και βίαια θα διαγράψει την εμπειρία. Μιλάμε για τη Δύση, που καλείται να  ανασυνταχθεί έναντι του εαυτού της και έναντι του υπόλοιπου κόσμου. Μια νέα ιεράρχηση είναι αναγκαία. Και αναπόφευκτη πλέον. Αυτά που η Δύση πέτυχε στη διάδρομή της μπορεί και να τα διασώσει και διαλεκτικά να τα εμπλουτίσει, μέσα από το νέο πόλεμο με τον αόρατο εχθρό.

Η Κυβέρνηση άριστα –πιστεύω- αντιμετωπίζει την απειλή. Η ευθύνη όλων θα σφραγίσει την αποτελεσματικότητα των μέτρων. Αύριο, μαζί με το χειροκρότημα, οφείλουμε να δυναμώσουμε τη φωνή των γεγονότων. Θα ήταν ευκταίο η ίδια η Κυβέρνηση, σαν περάσουμε τον κάβο και μπούμε στο λιμάνι, να ανοίξει το διάλογο. Όλα από την αρχή. Η εκ θεμελίων συζήτηση θα ξεκινήσει. Δεν θα περιμένουμε να «ευδοκήσουν οι ουρανοί».

 

 

Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 29/03/2020

Με τις πόλεις άδειες, τους δρόμους ελεύθερους και την κίνηση αδύνατη, είναι ήδη έτοιμο το μεγάλο σκηνικό. Σαν από χέρι αόρατου σκηνοθέτη.

Αν μπορούσε να μας δει από μακριά ο Αρθούρος Σοπενχάουερ, θα χαμογελούσε για το αιώνιο και πένθιμο – θα μας έλεγε  - αιώνιο θέατρο. Και θα τον συμπλήρωνε ο Λάμπρος Πορφύρας, ο «ποιητής του φθαρτού», με τον λυπημένο λυρισμό και τη μελαγχολική διάθεση. «….ο δρόμος σαν θέατρο είχε γίνει. Μόλις φαινόταν η σκηνή στ΄ανάριο το σκοτάδι και σαν σκιές φαινόντανε μακριά του οι θεατρίνοι».

Φιλόσοφοι, ποιητές, σκηνοθέτες θα μιλήσουν με τον τρόπο τους τις μέρες και τα χρόνια που έρχονται για αυτό που όλη σχεδόν η ανθρωπότητα βιώνει. Οι αδιανόητες εικόνες του χώρου θα γίνουν αντικείμενο χρήσης, πηγή σκέψης και στοχασμού για την επόμενη φάση. Ένα δέος θανάτου κατοικεί μέσα τους, ένα αρχέγονο δέος θα τις συνοδεύει.

Μέχρι σήμερα πορευθήκαμε με το όπλο της Επιστήμης και το δεσμευτικό όριό της μας καθησύχαζε και μας ηρεμούσε. Ακατάλυτο οχυρό για την ύπαρξή μας, το θαύμα της Επιστήμης έχτισε τον κόσμο μας. Μέθοδος κατανόησης, στέρεη ερμηνεία, θεμελιωμένη γνώση. Η εμπειρία, εμπλουτισμένη με τη λογική απόδειξη δεν γνωρίζει φραγμό.

Ο υλικός κόσμος και η οικονομική βάση του, οι κονωνικές σχέσεις, η πολιτική λειτουργία, οι διαδικασίες απόφασης, η καθημερινή ζωή, όλα υπάρχουν και μεταβάλλονται κάτω από τη σκιά της κατακτημένης ευμάρειας και της εγγυημένης ασφάλειας.

Οι συνθήκες που διαμορφώνει η εισβολή του κορονοϊού, η επιθετικότητά του, ο μεγάλος αριθμός των νεκρών μέσα σε λίγες μέρες, η απειλή, ο φόβος, το άγχος, μεταβάλλουν αιφνίδια το σκηνικό. Πόλεις γίνονται θέατρο θανάτου.

Η ζωή ανατρέπει.Και τις μέρες αυτές μας οδηγεί να περιέλθουμε στην αρχέγονη φυσική μας περίσταση. Δεν υπάρχει προστασία από το θάνατο. Εκείνη η αρχέγονη εναπόθεση έρχεται μπροστά μας. Δέος.

Μεταπίπτουμε στην περίοδο της αρχικής απορίας και εκείνου του αρχέγονου θαυμασμού. Που βιώνεται ως δέος, είτε ο «πρωτόγονος» παρατηρεί τον ανθισμένο κάμπο από την κορυφογραμμή, είτε τον τρομάζει παραλυτικά στο σπήλαιο η θορυβώδης νεροποντή.

Μοιάζει με βεβαιότητα πιά. Ένας θανατηφόρος ιός  μας οδηγεί να ξαναστοχαστούμε τη δυναμική ενότητα του κόσμου και να μεταποιήσουμε την κατανόηση αυτή σε όπλο στη νέα διαδρομή.

Όταν επιστρέφει διεκδικητικό το δέος, συχνά πρόκειται για νέα κυοφορία.

Υ.Γ. Δέος.(Συν)αίσθημα αυτοπεριστολής και φόβου, που τοποθετεί το άτομο σε στάση υποταγής , μέσα από έναν μηχανισμό αρχέγονης έκστασης και υποταξιακού θαυμασμού.
(Νέο Ελάχιστο Λεξικό, Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις)

 

 

Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 15/03/2020


Η λέξη ήρθε στη δημόσια συζήτηση τις τελευταίες ημέρες. Την έφερε, κατά τρόπο παράδοξο και για κάποιους ίσως τραγικό, ο κορονοϊός. Την ακούσαμε και την ακούμε από τα χείλη γιατρών, που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτής της μάχης.

Η λέξη έχει, δεκαετίες τώρα, εξοβελιστεί από τον πολιτικό λόγο. Σπάνια βρίσκει θέση στην πολιτική αντιπαράθεση. Ωσάν να μην υπάρχει. Ίσως αυτό να είναι και μια ακριβής αποτύπωση. Μια αντανάκλαση της πραγματικότητάς μας. Είμαστε κοινότητα ανθρώπων;

Ο λόγος είναι, ότι υπενθυμίζει, απαιτητικά και διαταρακτικά για την κατεστημένη εκδοχή των πραγμάτων, τον κενρικό πυρήνα της υπόστασής της. Την ευθύνη. Η κοινότητα καλεί σε ευθύνη. Στην καθυστερημένη κοινωνία, όπως η ελληνική, σχεδιασμένα και συνειδητά η ευθύνη αποκρούστηκε και υπονομεύτηκε. Η κοινότητα μιλάει για τον έσω δεσμό, την υποχρεώση που γεννάει η συνύπαρξη, τις στάσεις και τις συμπεριφορές, που θεμελιώνουν και οικοδομούν το δικαίωμα, ως ατομικό και κοινωνικό αγαθό.

Τα πρώτα βήματα του ανθρώπου ορίζονται από την ανάγκη, συνηθίζουμε να λέμε. Αυτή υπάρχει στη διπλή εκδοχή της. Επιβίωση και συμβίωση. Αδιαίρετα δεμένες, η μία υπάρχει μέσα στην άλλη. Έτσι συγκροτούνται οι κοινότητες. Έτσι ξεκινάνε το βίο τους. Και πάντα, όταν καταγινόμαστε με την κοινωνία με όρους κοινότητας, θα προκύπτουν μπροστά μας τα δύο θεμελιώδη. Συμβίωση. Επιβίωση.

Στο  πέρασμα του χρόνου, με το μέγεθος, την ταξική διαίρεση, την αντιπαλότητα για το καλό και το κακό, τη σύγκρουση για τον έλεγχο των πόρων και την εξουσία, η κοινότητα  γίνεται πεδίο μάχης. Η πολιτική λειτουργία και το δημοκρατικό πλαίσιο συνύπαρξης, ως το ανώτερο ως σήμερα επίτευγμά της, πετυχαίνουν να διασώσουν και να διατηρήσουν τα στοιχεία της κοινότητας, παρά το μεγάλο αριθμό των μελών της. Ο πληθυσμός αποκτά ποιοτική ενότητα και χτίζει τις δυνατότητες συνοχής, αντοχής και πορείας στο χρόνο.

Ο κορονοϊός αναμοχλεύει ξεχασμένες καταστάσεις. Και ενώ οι γιατροί με τρόπο διεισδυτικό μας θυμίζουν την ανάγκη προστασίας της κοινότητας από την απειλή και τον κίνδυνο, στην πολιτική γλώσσα επανέρχεται η ξεχασμένη λέξη. Ευθύνη. Προβάλλεται ως ανάγκη «απέναντι στο κοινωνικό σύνολο». Κάτι που ποτέ δεν υπηρετήθηκε με συνέπεια από την Πολιτεία, όπως είναι ο ρόλος της. Η ευθύνη διαγράφτηκε, γιατί μέσα στην αμοιβαιότητα των σκληρών απαιτήσεών της, το κράτος θα έχανε ένα εργαλείο εξάρτησης και ελέγχου.

Η ευθύνη είναι η συνειδητή συμμετοχή, με επίγνωση και αποδοχή των συνεπειών και του αποτελέσματος της εκάστοτε πράξης στον μακρύ χρόνο. Κανένα σήμα κινδύνου, όπως αυτό του κορονοϊού, δεν μπορεί να έχει αξία χωρίς την ευθύνη και την ωριμότητα που τη συνοδεύει. Μια ζωντανή κοινότητα ανθρώπων για να αντέξει, προτάσσει την επιμέλεια του εαυτού της. Σχέσεις. Δεσμοί. Ευθύνες. Κανόνες. Κυρώσεις. Να ένας δρόμος για το μέλλον.

Our website is protected by DMC Firewall!