Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 21/10/2018

 

Στο βάθος της ερήμου το παλαιό ανεμίζει τις νικηφόρες σημαίες του. Ασφαλές λέει στον εαυτό του: δεν έχεις τίποτα πια να φοβηθείς. Σώο το σώμα σου, ζωντανό το πνεύμα σου. 

Η ψευδής διαίρεση μνημόνιο- αντιμνημόνιο έχει προ πολλού ξεχαστεί. Αφού απέδωσε εκλογικούς καρπούς, σήμερα έχει σκεπαστεί από τη μολυσμένη σκόνη της αλλοιωτικής αντιστροφής της. Οι υπέρμαχοι υπερασπιστές του μνημονίου έχουν διαγράψει από τη μνήμη τους αυτή την αποτελεσματική παγίδα για τη σκέψη. Εξάλλου προοριζόταν μόνο για τους άλλους. 

Δίπλα στην ψευδή διαίρεση μνημόνιο-αντιμνημόνιο, άνθισε ως αντίθεση το νέο και το παλαιό. 

Οι σημερινοί κυβερνητικοί επαγγέλθηκαν το νέο. Στρατευμένοι στη σύγκρουση με το παλαιό, έγιναν αγγελιοφόροι της από τους ίδιους εγγυημένης έλευσής του. 

Αν η πρώτη παγίδα ξεχάστηκε, η δεύτερη διατήρησε την αξία της και τροφοδοτήθηκε με εξάρσεις και τεχνάσματα. 

Τα τελευταία γεγονότα έρχονται να διαλύσουν κάθε αυταπάτη και για την κατασκευασμένη σύγκρουση παλαιού και νέου. 

Ολοκληρώνοντας την αυτοαπογύμνωσή τους οι κυβερνητικοί, εγκαθίστανται πλέον ως το αποτροπιαστικό σύμβολο του παλαιού. Είναι η απεχθέστερη ενσάρκωσή του. 

Ήδη όλα αυτά τα χρόνια στην εξουσία δίδαξαν όλες τις παλαιές μεθόδους, έσυραν το χορό του ρυθμού της οπισθοδρόμησης, εφάρμοσαν πρακτικές του σκοτεινού παρελθόντος, έφεραν το παλαιό στο προσκήνιο, ως το μόνο νοούμενο μέλλον. 

Από τις προηγούμενες κατασκευασμένες διαιρέσεις, που έφεραν τον ΣΥΡΙΖΑ στην Κυβέρνηση, δεν ακούγεται πια ούτε ο αντίλαλός τους. Κάθε τι νέο έσβησε ως πυροτέχνημα, οι υπερασπιστές τους σιώπησαν και κάθε εκδοχή εξελικτικής ανανέωσης, απομένει ως θέμα έκθεσης ιδεών για τους συμπράττοντες οπαδούς της σοσιαλδημοκρατίας. 

Οι πρόσφατες αποφάσεις και δηλώσεις, μέσα στις διαλυτικές αντιφάσεις τους, μιλάνε με τρόπο καθαρό και ερεθιστικό για την πολιτική φύση και τον πυρήνα της πολιτικής συνείδησης του κυβερνητικού συγκροτήματος.

Σε μια απόλυτη εναρμόνιση αξιών και επιλογών οι δύο πρωταγωνιστές, μας μιλάνε για την παλινόρθωση του παλαιού. Και αυτό εξερχόμενο αβλαβές από την κρίση, αυτάρεσκα διδάσκει το ύφος του.

Δημαγωγία. Ψεύδος. Χυδαιότητα. Ταπείνωση. Έπαρση. Πρόθυμοι πολιτικοί νεογέροντες -άνδρες και γυναίκες - επαναλαμβάνουν το πνεύμα του, διαθέτοντας πρόθυμα τον εαυτό τους στη διεκπεραίωση του εξουσιαστικού σχεδίου στη νέα φάση ζωής του κυβερνητικού συγκροτήματος.

Το παλαιό διαποτίζει. Και τρεφόμενο από τον εαυτό του διεκδικεί σήμερα καθολικότητα. Δίπλα η Αντιπολίτευση αδυνατεί να προκαλέσει ένα ρήγμα- ρήγμα πολιτικό - σε αυτό το κυβερνητικό συγκρότημα του παλαιού. Συχνά, ως αμέτοχος και αδιάφορος παρατηρητής , τροφοδοτεί με  επιλογές προσώπων και αποφάσεις πολιτικής,  τις ρίζες του παλαιού και την ορμή του.

Το αίτημα του νέου φέρει πάντα μέσα του με ένταση και με τρόπο συχνά δυνατό και παράφορο, το στόχο, την επιδίωξη μιας πολιτικής και πνευματικής  ωρίμανσης.

Αυτό το αίτημα έχει καταφανώς υποχωρήσει. Στέκει μειοψηφικό, καμιά φορά και άφωνο. Αυτή είναι σήμερα η περίστασή μας.

Μέσα στις συνθήκες ομηρίας και εξάρτησης της χώρας και κάτω από την αντιδραστική σκιά του παλαιού, θα εξελιχθεί η επόμενη, η οξύτερη φάση της κρίσης. Που γίνεται κρίση πολιτισμού και κρίση νοήματος.

 

Είναι φυγή από τη ζωή του να μην συγκρουστεί κανείς σήμερα καθολικά με το παλαιό και τους ευλαβικούς μαθητές του. 

 






Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 14/10/2018

Πλησιάζει η τελική αναμέτρηση της σύγχρονης Ελλάδας με τα όριά της. Η επικαιρότητα φωνάζει όλο και πιο δυνατά για την εξάντληση που μπροστά στα  μάτια μας αφήνει τις τελευταίες ανάσες της.

Έχει εξαντληθεί η εποχή, οι λέξεις, οι άνθρωποι.

Οι κυβερνητικοί – κατάκοπες φιγούρες – προσπαθούν να συμβιβαστούν με την εξάντλησή τους, βυθιζόμενοι περισσότερο στις αντιφάσεις και τα αδιέξοδά τους. Με εξαντλημένο το ηθικό πλεονέκτημα, ως εργαλείο χρήσης του άλλου, με εξαντλημένη την ακτινοβολία του προοδευτισμού, με εξαντλημένη ακόμη και την ΕΡΤ, ως φερέφωνο του περίτεχνα κατασκευασμένου εαυτού τους.

Μικρή σημασία θα είχε η εξάντληση των κυβερνητικών, αν δεν συνοδευόταν και δεν συνυπήρχε με την εξακολουθητική εξάντληση μιας ολόκληρης εποχής. Αυτό που συνηθίζουμε να ονομάζουμε συλλογική υπόσταση έχει αφυδατωθεί, η ατομική συμμετοχή και παρουσία έχει αναδιπλωθεί, οι πολιτικές δυνάμεις παραμένουν γραφειοκρατικές οντότητες.

Η πραγματικότητα έχει κλονίσει τις λέξεις. Η νέκρωση των σημασιών και των νοημάτων έχει εγκαταστήσει τη σύγχυση.

Και πάνω στην κρίσιμη γραμμή αυτών των ορίων μοιάζει θανάσιμη η εξάντληση του κοινωνικού σώματος. Μοιάζει να έχει οριστικά παραιτηθεί από τα κριτήρια της λογικής. Δεν αφυπνίζεται από την πραγματικότητα και δεν ακούει την δυνατή κραυγή της.

Δεν προσπαθεί να αποκρούσει τις ανορθολογικές δοξασίες και την πολιτική δεισιδαιμονία, που παίρνει τη μορφή της πιο χυδαίας απλοποίησης και της πιο ισοπεδωτικής εκδοχής. Ασπάζεται μύθους και προσκυνάει είδωλα.

Αρνείται να ακούσει, εγκλωβισμένο στις στοιχειώδεις πρωτόγονες μορφές της αντίληψης, το επιχείρημα που αμφισβητεί και φωτίζει, το λόγο που προκαλεί σε σκέψη, την ίδια τη φωνή της εμπειρίας του.

Αποδέχεται εξαντλημένο την ψευδή απεικόνιση του κόσμου και μοιάζει να έχει αφομοιώσει αυτό το ψεύδος, σε μια συμβίωση μαζί του.

Αυτό είναι και το τελικό σημείο της αναμέτρησης. Στο όριο αυτό θα κριθούν οι πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης. Είναι το σημείο καμπής. Το όριο ζωής ή αφανισμού της Ελλάδας του σήμερα.

Το ζητούμενο είναι η ανακοπή της εξάντλησης. Η ανακοπή και η αντιστροφή της. Και μετά η θεραπεία της.

Όσο και αν η απουσία διάθεσης σύγκρουσης των δυνάμεων της αντιπολίτευσης με τη λαϊκή μυθοπλασία, που τροφοδοτεί την εξάντληση, είναι φανερή, άλλο τόσο η αφυπνιστική αμφισβήτηση αυτής της μυθοπλασίας, είναι η μόνη οδός μιας αντιστροφής  της φθοράς.

Το αδιανόητο μόνο θα δυναμώσει την αντιστροφή. Δεν υπάρχουν περιθώρια δισταγμών. Δεν ωφελούν σε τέτοιες εποχές οι εκλογικές προφυλάξεις.

Αν όχι, στην πολλαπλασιαζόμενη ορμή της , η εξάντληση θα αφήνει  πίσω της στις όχθες τα λείψανά της.

 

 

 






Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 30/09/2018

Οφείλουμε να το παραδεχτούμε. Οι κυβερνητικοί αποδείχθηκαν επιδέξιοι τεχνίτες της προσποίησης.

Η προσποίηση είναι η εσωτερική δυνατότητα να μεταμορφώνεσαι σε κάτι που δεν είσαι, να μεταπίπτεις σε μια κατάσταση τεχνητή, να μιλάς με φωνή άλλου, αποκρύπτοντας τον πραγματικό εαυτό σου.

Κάθε φορά που οι κυβερνητικοί καταγίνονται με τα μικρά ή μεγάλα προβλήματα, επιδίδονται σε αυτή την τέχνη της προσποίησης.

Η προσποίηση αναδεικνύεται σε αποτελεσματική μέθοδο. Δυσκολεύει την αποκρυπτογράφηση της εξουσίας, ενισχύει την ακατανοησία της και πολλαπλασιάζει τη σύγχυση.

Σε μια κοινωνία που αφομοίωσε το ψεύδος, βρίσκει την ιδανική σκηνή για την παρατεταμένη παράστασή της.

Ως άρνηση των σταθερών σημείων αναφοράς, η προσποίηση είναι η αποδοχή της ρευστότητας των πραγμάτων, είναι η αδιαφορία για το γνήσιο, είναι η φαινομενικότητα που απατά.

Τον τελευταίο καιρό παίρνει ακόμη και τη μορφή της μεταμέλειας. Ηταν ορθή, μας είπε ο κ. Τσίπρας, η επιλογή να μείνουμε στην Ευρώπη. Και τις τελευταίες ημέρες βρισκόμαστε μπροστά στην αποκήρυξη του βίαιου λόγου και του μίσους. Το μίσος φέρνει μίσος, μας λένε.

Πασχίζει ως τέτοια. Οσο και αν πασχίζει όμως, ποτέ η προσποίηση δεν πετυχαίνει την τέλεια εκδοχή της. Θα παραμένει πάντα μερική και ανεπαρκής. Και αυτή η ανεπάρκεια ωθεί τους χρήστες της να την οδηγούν στα άκρα της. Και εδώ ποτέ πάλι η προσποίηση δεν πετυχαίνει την αυτάρκεια που επιδιώκει, την ιδανική πληρότητα που φαντάζεται.

Η ρωγμή που μένει ακάλυπτη υπονομεύει το σύνολο της κατασκευασμένης υπόστασής της. Καμιά προσποίηση δεν αντέχει στον χρόνο. Και αν στον ιδιωτικό χώρο μπορεί να νοηθεί μια θεραπεία και μια επιστροφή στην πρότερη  κατάσταση, στον δημόσιο χώρο δεν υπάρχει περιθώριο αποκατάστασης. Αν η προσποίηση έχει στόχο να συγκαλύψει, αυτή θα είναι πάντα μια αποτυχημένη συγκάλυψη, μια μάταιη μεταμφίεση.

Η προσποίηση στην τελική φάση δεν αντέχει ούτε τον εαυτό της. Ως προσωπείο της ψευδούς συνείδησης κουβαλάει την κόπωση της εμπειρίας της. Και βρίσκεται αντιμέτωπη με αυτή την απογυμνωτική εμπειρία.

Προχθές στην Καλαμάτα, με αφορμή προπηλακισμό βουλευτή, κομματικοκυβερνητικό κλιμάκιο του ΣΥΡΙΖΑ ανασκευάζει τη γνωστή πρακτική τού βίαιου και καταγγελτικού λόγου του και αντιμετωπίζει με ειρωνεία και κατάφωρη απόρριψη τους δημοσιογράφους, που ενοχλητικά θυμίζουν στα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ τον παλαιό εαυτό τους.

Η προσποίηση είναι μια αλλοίωση. Αλλοιωμένοι οι κυβερνητικοί νομίζουν ότι μπορούν να μιμούνται για πάντα τον Πρωτέα.

Σύντομα θα κατανοήσουν ότι δεν μπορεί πια να ανασυσταθεί το θρυμματισμένο προσωπείο τους.Οφείλουμε να το παραδεχτούμε. Οι κυβερνητικοί αποδείχθηκαν επιδέξιοι τεχνίτες της προσποίησης.

Η προσποίηση είναι η εσωτερική δυνατότητα να μεταμορφώνεσαι σε κάτι που δεν είσαι, να μεταπίπτεις σε μια κατάσταση τεχνητή, να μιλάς με φωνή άλλου, αποκρύπτοντας τον πραγματικό εαυτό σου.

Κάθε φορά που οι κυβερνητικοί καταγίνονται με τα μικρά ή μεγάλα προβλήματα, επιδίδονται σε αυτή την τέχνη της προσποίησης.

Η προσποίηση αναδεικνύεται σε αποτελεσματική μέθοδο. Δυσκολεύει την αποκρυπτογράφηση της εξουσίας, ενισχύει την ακατανοησία της και πολλαπλασιάζει τη σύγχυση.

Σε μια κοινωνία που αφομοίωσε το ψεύδος, βρίσκει την ιδανική σκηνή για την παρατεταμένη παράστασή της.

Ως άρνηση των σταθερών σημείων αναφοράς, η προσποίηση είναι η αποδοχή της ρευστότητας των πραγμάτων, είναι η αδιαφορία για το γνήσιο, είναι η φαινομενικότητα που απατά.

Τον τελευταίο καιρό παίρνει ακόμη και τη μορφή της μεταμέλειας. Ηταν ορθή, μας είπε ο κ. Τσίπρας, η επιλογή να μείνουμε στην Ευρώπη. Και τις τελευταίες ημέρες βρισκόμαστε μπροστά στην αποκήρυξη του βίαιου λόγου και του μίσους. Το μίσος φέρνει μίσος, μας λένε.

Πασχίζει ως τέτοια. Οσο και αν πασχίζει όμως, ποτέ η προσποίηση δεν πετυχαίνει την τέλεια εκδοχή της. Θα παραμένει πάντα μερική και ανεπαρκής. Και αυτή η ανεπάρκεια ωθεί τους χρήστες της να την οδηγούν στα άκρα της. Και εδώ ποτέ πάλι η προσποίηση δεν πετυχαίνει την αυτάρκεια που επιδιώκει, την ιδανική πληρότητα που φαντάζεται.

Η ρωγμή που μένει ακάλυπτη υπονομεύει το σύνολο της κατασκευασμένης υπόστασής της. Καμιά προσποίηση δεν αντέχει στον χρόνο. Και αν στον ιδιωτικό χώρο μπορεί να νοηθεί μια θεραπεία και μια επιστροφή στην πρότερη  κατάσταση, στον δημόσιο χώρο δεν υπάρχει περιθώριο αποκατάστασης. Αν η προσποίηση έχει στόχο να συγκαλύψει, αυτή θα είναι πάντα μια αποτυχημένη συγκάλυψη, μια μάταιη μεταμφίεση.

Η προσποίηση στην τελική φάση δεν αντέχει ούτε τον εαυτό της. Ως προσωπείο της ψευδούς συνείδησης κουβαλάει την κόπωση της εμπειρίας της. Και βρίσκεται αντιμέτωπη με αυτή την απογυμνωτική εμπειρία.

Προχθές στην Καλαμάτα, με αφορμή προπηλακισμό βουλευτή, κομματικοκυβερνητικό κλιμάκιο του ΣΥΡΙΖΑ ανασκευάζει τη γνωστή πρακτική τού βίαιου και καταγγελτικού λόγου του και αντιμετωπίζει με ειρωνεία και κατάφωρη απόρριψη τους δημοσιογράφους, που ενοχλητικά θυμίζουν στα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ τον παλαιό εαυτό τους.

Η προσποίηση είναι μια αλλοίωση. Αλλοιωμένοι οι κυβερνητικοί νομίζουν ότι μπορούν να μιμούνται για πάντα τον Πρωτέα.

Σύντομα θα κατανοήσουν ότι δεν μπορεί πια να ανασυσταθεί το θρυμματισμένο προσωπείο τους.

 




Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 07/10/2018 


Σε παλαιότερο σημείωμά μου εδώ είχα κάνει λόγο για τους συμπράττοντες. Αυτούς που επιφανειακά κινούνται στο σύνορο της κριτικής και της αμφιβολίας απέναντι στην Κυβέρνηση, ώστε πιο αποτελεσματικά να στέκονται στο πλευρό της. 

Δίπλα σε αυτή την κατηγορία, ένας παράλληλος ανθρωπολογικός τύπος έχει επεξεργασθεί και εφαρμόζει για τον ίδιο σκοπό ανώτερες τακτικές και μεθόδους. Είναι οι κρυπτόμενοι. Με όλες τις σημασίες. Αποκρύπτουν, παραβλέπουν, αποσιωπούν, κρύβουν τις προθέσεις τους. Τους συναντάμε συχνά. Είναι ο ένας αντίγραφο του άλλου. Απόμακροι, εκλεπτυσμένοι, φαινομενικά ευγενείς, με αστικούς τρόπους.
Οι κρυπτόμενοι έχουν ένα στυλ ζωής, ένα τρόπο ύπαρξης, ένα κοινό τέχνασμα παρουσίας.
 Είναι πρόμαχοι της ευαισθησίας. Πάσχουν για το συνάνθρωπο. Είναι υπερασπιστές του μύθου της ανθρώπινης ευτυχίας. Γράφουν προκηρύξεις και υπογράφουν διαμαρτυρίες. Όπως αυτοί κρίνουν, όπως επιλεκτικά η υπεροψία τους τούς οδηγεί. Τα ιδεολογικά τους κριτήρια εμφανή. Η ευαισθησία δεν αξίζει σε όλους. Διαλέγουν ανθρώπους. Όπως εξυπηρετεί την Κυβερνητικη εξουσία η στιγμή. Και αμέσως αναδιπλώνονται. Η απόκρυψη προέχει. 

Είναι προοδευτικοί. Οι κρυπτόμενοι διεκδικούν ειδική σχέση με την Ιστορία. Είναι οι προνομιακοί συνομιλητές της. Και ως εκπαιδευμένοι ψευδοπροφήτες βγαίνουν κάθε τόσο από την κάμαρα με το λυχνάρι της σοφίας στο χέρι για να μας διδάξουν προοδευτικοτητα και επανάσταση. Πώς να κατανοήσουμε εμείς οι κοινοί θνητοί την αξία της συμφωνίας των Πρεσπών; Μας δείχνουν το δρόμο της κυβερνητικής ορθότητας και αλήθειας. Και αναδιπλώνονται. 

Οι κρυπτόμενοι έχουν αρχές. Είναι δημοκράτες, φιλεύσπλαχνοι υποστηρικτές των αδυνάτων. Τις επικαλούνται κάθε φορά που μια ανάγκη της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, που φανατικά στηρίζουν, τους καλεί να βγουν από το καταφύγιο της αυτοπροστασίας τους. Εμφανίζονται ως δημοκράτες, καταγγέλουν τους άλλους με τη γνωστή υπεροψία, χειροκροτούν την κυβερνητική πράξη και πάλι αναδιπλώνονται. Η απόκρυψη πάντα οδηγός. 

Οι κρυπτόμενοι μιλούν "αλλά δεν σε βλέπουν κατάματα". Γνωρίζουν τον κίνδυνο της απογύμνωσης και ζουν υπό το φόβο της. Η δημόσια κριτική ήταν κάποτε προνομιό τους. Και τώρα που θυσιάζουν και θυσιάζονται στα κράσπεδα του βωμού της εξουσίας, θα προτιμούσαν αυτό να γίνεται αθόρυβα, κρυπτικά, σε στιγμή αόρατη και σε χρόνο επιλεγμένο. 

Οι κρυπτόμενοι είναι άνθρωποι επιλεκτικοί. Ως κριτές των πραγμάτων ιεραρχούν τα θέματα. Για τους πρόσφυγες θα διαβάσουν από τα ξένα μέσα. Τα αδιάφορα για αυτούς θέματα - πάντα τα υπαγορεύει η Κυβέρνηση - είναι σαν την κλειστή πόρτα, που ποτέ δεν θα χτυπήσουν. Από το φόβο να μην τους ανοίξει κάποιος. Πίσω της βρίσκεται ο κόσμος που οι σήμερα κρυπτόμενοι προσπέρασαν και ποικιλοτρόπα εκμεταλλεύθηκαν στην ακμή τους. Τότε που κάθε τους γραμμή ήταν κάτι σαν σοφία, η σκέψη τους κάτι σαν πέταγμα του νου, η λέξη τους σαν αποκάλυψη της αλήθειας. 

Οι κρυπτόμενοι, κυρίως από τον ίδιο τον εαυτό τους, μιλούν με το φόβο τους για την ιδιοτέλεια και το τέλος μιας εποχής. Μιας εποχής που ξεκίνησε μέσα στην ηρωική μυθοπλασία του '74 και τώρα στέκεται νεκρή στην έρημο του παρόντος. Είναι οι φοβισμένοι και απελπισμένοι έσχατοι υποστηρικτές της. 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 23/09/2018

Έχουν εγκατασταθεί στη ζώνη της σιωπής. Οι διανοούμενοι της Αριστεράς. Αφού διήλθαν από το χώρο της εξουσίας και περιηγήθηκαν στον εσώτερο τόπο της, απήλθαν αποσταμένοι στο χώρο της σιωπής. Αφού δεν μπόρεσαν να επιβάλουν τη σιωπή στα γεγονότα, τώρα μοιάζουν μακάριοι να γεύονται την ηδονή της σιωπής τους.

Τους γνωρίσαμε από το θορυβώδη λόγο του ιδεολογικού ακτιβισμού τους. Στους δρόμους, στις πλατείες, στις αίθουσες. Θέλησαν να μας διδάξουν την Αλήθεια της Ιστορίας.
Τώρα ξέρουμε ότι εγκατέλειψαν βιαστικά και τρομαγμένα τη σκηνή. Ο εύθραυστος κόσμος τους δεν άντεξε μπροστά στο πραγματικό και ο κατασκευασμένος εαυτός τους κατέφυγε στη ζώνη της σιωπής. Στην ασφάλεια του τίποτα, στις βεβαιότητες της αποχής και της απουσίας. Τώρα αναδεικνύονται σε δεξιοτέχνες της σιωπής. Της σιωπής και της αποσιώπησής της. Εργάζονται σταθερά να μείνει η σιωπή τους απαρατήρητη και αμνημόνευτη. Θα διδάξουν ίσως στο μέλλον τη δεξιοτεχνία της σιωπής. Δεν θα συμπράξουμε.

Αυτοί που με υψωμένοι τη γροθιά και υπερυψωμένη τη φαντασία τού εαυτού τους επινόησαν την υπερφίαλη εκδοχή της «Κυβέρνησης Κοινωνικής Σωτηρίας», ως εύρημα επαναστατικό, ως λάβαρο απελευθερωτικό, σήμερα δεν βλέπουν, δεν ακούν, δεν γνωρίζουν. Τα βροντώδη που συντελούνται δίπλα μας δεν τους αφορούν. Εξαντλήθηκαν πια όλα τα περιθώρια να κερδοσκοπήσουν μιλώντας για την πείνα των άλλων.

Δεν γνωρίζουν τίποτα για την καθημερινή καταστροφή που συντελείται στο κοινωνικό μέτωπο, όπου η ανισότητα βαθαίνει και το ταξικό χάσμα σκάβεται αβυσσαλέο. Δεν έχουν ακούσει τίποτα για τη σταθερή κατακρήμνιση του Δημόσιου Σχολείου, που αποστερεί από τους νέους Ελληνες τη δυνατότητα πρόσβασης στη γνώση της εποχής, σήμερα και αύριο. Δεν υπέπεσε στην αντίληψή τους η αρπαγή του καρπού της εργασίας από χιλιάδες εκτός κρατικής προστασίας Ελληνες, μαζί με την κλοπή του ελεύθερου χρόνου τους, υπέρ των προνομιούχων του κρατικού τομέα. Δεν έχουν δει καμιά εικόνα, δεν έχουν ταραχτεί από καμιά είδηση, που συμπυκνώνει το ανθρωπιστικό ζήτημα, που αναφέρεται στους πρόσφυγες, για τους οποίους στο παρελθόν θα έγραφαν σελίδες, θα θρηνούσαν δημόσια και προφητικά θα εγκαλούσαν την εξουσία.

Εκεί που η συνείδηση θα έπρεπε να βρίσκεται σε εγρήγορση, η ζώνη της σιωπής γίνεται το καταφύγιό της. Τρομαγμένη υποχωρεί και φοβισμένη αναδιπλώνεται. Η οριακή κατάσταση τη βάζει σε δοκιμασία. Δεν αντέχουν οι διανοούμενοι της Αριστεράς μπροστά στο πεπερασμένο των ιδεών τους, των ιδεών και των προσώπων. Η ζώνη της σιωπής είναι η κατάληξη της ματαίωσης. Εκεί συντελείται και ολοκληρώνεται ο έσχατος συμβιβασμός. Απογυμνώνονται οι πλάνες και εγκαθιδρύεται το τίποτα.

Μπορούν να μείνουν για πάντα εκεί. Εκεί, στη ζώνη της σιωπής. Δεν έχουν τίποτα να προσθέσουν. Θα κρατήσουμε το παράδειγμά τους ως όπλο στον δρόμο των απαιτήσεων της κριτικής σκέψης. Θα το επαναλαμβάνουμε ακούραστα και ενοχλητικά. Οι διανοούμενοι της Αριστεράς ήθελαν να είναι το πνεύμα της Ιστορίας. Δεν θα γράψει τίποτα γι’ αυτούς η ιστορία του πνεύματος.

 

 

DMC Firewall is a Joomla Security extension!