Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 05/07/2020

Κάθε φορά που ξεσπά μια κρίση, η οποία συνδέεται με τη θεμελιωτική λειτουργία των κανόνων της Δημοκρατίας και το σεβαμό στο υπέρτερο που ορίζει ο Νόμος, τίθεται το ζήτημα των κυρώσεων. Παρεμποδιστικό το θεσμικό μας οικοδόμημα στην επιβολή τιμωρίας και εύκολα αποδεκτό πια το επιχείρημα, ότι κάθε διαδικασία ελέγχου είναι πολιτική δίωξη.

Έχουμε επαναλαμβανόμενα ακούσει, για παράδειγμα, ότι τους Πρωθυπουργούς τους κρίνει η Ιστορία. Πέρα από την άγονη συζήτηση αν υπάρχει Ιστορία, αυτή η διάχυτη γνώμη αφήνει και αποδέχεται ένα περιθώριο αυθαιρεσίας επί των θεσμών και κατάχρησής τους χωρίς τέλος.

Θα θυμίσω ένα ιστορικό γεγονός, με μεγάλη, κατά τη γνώμη μου, αξία. Θα έπρεπε να διδάσκεται επίμονα σε κάθε Σχολή, που διερευνά τα ανθρώπινα. Βρισκόμαστε δύο χρόνια πριν από το τέλος του πολέμου μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων. Αργινούσες. Εκεί στα παράλια της Μικράς Ασίας οι δύο πανίσχυροι στόλοι θα αναμετρηθούν σε μια από τις πιο σημαντικές ναυμαχίες του αδυσώπητου εκείνου πολέμου. Ο νεαρός Καλλικρατίδας, επικεφαλής του στόλου των Σπαρτιατών. Οι οκτώ Αθηναίοι στρατηγοί. Με τη μεγάλη νίκη τους στις Αργινούσες, οι οκτώ στρατηγοί, δίνουν, εν δυνάμει, νέα, νικηφόρα για την Αθήνα, τροπή στον Πελοποννησιακό πόλεμο. Η Σπάρτη κάνει προτάσεις ειρήνης . Απορρίπτονται.

Δεν έχουμε την τύχη να διαβάσουμε από το χέρι του Θουκυδίδη τα συναρπαστικά γεγονότα που  ακολούθησαν. Να ακούσουμε την κριτική του ματιά, το δικό του μοναδικό ζύγισμα, την ιδιαίτερη αποτίμηση για τα βαθύτερα κίνητρα της ακραίας και τόσο πολυσήμαντης απόφασης του Δήμου.

Το άγγελμα της μεγάλης νίκης στις Αργινούσες συνοδεύει η είδηση ότι οι στρατηγοί δεν μερίμνησαν, όπως ο ιερός κανόνας επέβαλε, για την περισυλλογή των ναυαγών και των νεκρών. Το επιχείρημα , πραγματικό, της μεγάλης κακοκαιρίας, δεν άντεξε μπροστά στον παροξυσμό της κριτικής για τον μη σεβασμό στο ιερό έθιμο.  Οι νεκροί του πολέμου είναι ιεροί. Ας είχαν χαθεί μαζί τους και οι στρατηγοί.

Με «συνοπτικές διαδικασίες» οι έξι από τους οκτώ στρατηγούς καταδικάζονται σε θάνατο. Οι δύο άλλοι προτίμησαν την αυτοεξορία. Μέσα στη δίνη του πολέμου, αν και γονατισμένος από τον πολύχρονο πόλεμο, ο «ναυτικός όχλος», η πηγή και το στήριγμα της ναυτικής δύναμης της Αθήνας, προτιμάει τη θανάτωση των στρατηγών από μια προσιτή ειρήνη. Ο Δήμος προκρίνει την αξία των νεκρών του, από τη νίκη στον πόλεμο. Το υπερασπίσιμο μέχρι θανάτου αυτό υπέρτερο, ορίζει τελικά την τύχη του. Μόλις λίγο μετά, στους Αιγός Ποταμούς, θα καταστραφεί ο αθηναϊκός στόλος από τους Λακεδαιμονίους υπό τον Λύσανδρο. Και η Αθήνα θα δει να γκρεμίζονται τα Μακρά Τείχη της.  

 

 

 

Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 28/06/2020

Τα (μαγνητοφωνημένα) γεγονότα της εβδομάδας που έφυγε, έφεραν στο φως της πρώτης γραμμής όλα τα μεγάλα ζητήματα, που αδιαίρετα συνοδεύουν την πολιτική δράση. Κάτι σαν πρόκληση που ανακεφαλαιώνει με μιας το πρόσφατο παρελθόν και το προβάλλει ξανά στην οθόνη της παρατήρησης. Μια παιδαγωγική που κάτι μπορεί να μας διδάξει. Ο σκοπός, ο μεγάλος σκοπός, τα μέσα, τα όρια της εξουσίας, ο λόγος, τα πρωτεία του λόγου, η παγίδα της παντοδυναμίας.

Αν οι διακηρυγμένοι σκοποί είχαν γίνει πράξη, η ιστορία θα ήταν ένας ανθισμένος κήπος. Το κόμμα της  Αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε μιλήσει πριν λίγα χρόνια για την έλευση της «Κυβέρνησης Κοινωνικής Σωτηρίας». Σκοπός μεγάλος, σχεδόν ιερός, εμπνευσμένος και εμπνευστικός. Ήταν το πρόσχημα. Η πράξη των μέσων και η φύση των μεθόδων το απογύμνωσε. Αυτά που ως τρόπο γνωρίζαμε ήδη και τις τελευταίες μέρες συγκλονιστικές λεπτομέρειες μοιάζει να τα επιβεβαιώνουν, φέρνουν πάλι μπροστά μας το αιώνιο ζήτημα των μέσων. Βλέπουμε στην πράξη μια αντίληψη που έχει ως αφετηρία ότι ο άμεσος σκοπός, απόκτηση ισχύος, εμπέδωση της εξουσίας, έλεγχος  των αρμών της, επιτρέπει κάθε μέθοδο και μέσο. Πρακάμπτοντας διαδικασίες και κανόνες. Αγνοώντας θεσμικούς περιορισμούς και τυπικά όρια. Αυτό είναι το νόημα εκείνου του γοερού θρήνου «πήραμε την Κυβέρνηση, δεν πήραμε την εξουσία». Που απογυμνωτικά φανερώνεται ξανά. Τα μέσα μιλάνε για όλα. Εκθέτουν τον μεταμφιεσμένο σκοπό.

Στον πυρήνα αυτής της σχέσης με τα μέσα, δίνεται και η απάντηση στο ζήτημα των ορίων της εξουσίας. Η διάκριση των εξουσιών και ο τεμαχισμός της, είναι  γραμμή ασφαλείας. Η βούληση χρήσης των θεσμών στην υπηρεσία ενός σκοπού, είναι μια βούληση κατάργησής τους. Οι θεσμοί περιορίζουν και περιορίζονται αμοιβαία. Χωρίς όριο δεν υπάρχει δημοκρατία. Χωρίς σεβασμό των εξωτερικά τυπικών περιορισμών, αλλά ουσιαστικά ζωτικών για τη δημοκρατία λειτουργειών, δεν νοείται η υπόστασή της. Η επίκληση μάταιων καταστάσεων, όπως το «ηθικό πλεονέκτημα», είναι μια διεκδίκηση υπεροχής εις βάρος των πολλών, είναι η φαντασία της καθολικής εξουσίας.

Αυτή η φαντασία της καθολικής εξουσίας είναι  η φαντασία ελέγχου του λόγου. Στη διαμάχη για «τα πρωτεία του λόγου»  κανείς δεν κερδίζει. Το απελπισμένο σποτάκι για τους δημοσιογράφους  μιλάει για τον πυρήνα αυτής της διαμάχης. Ταπεινώνει τους εργαζόμενους στη δημοσιογραφία γιατί θέλει να εξουδετερώσει την ίδια τη δημοσιογραφία. Ο λόγος είναι ο αντίπαλος. Η σιωπή είναι ο φίλος.

Μέσα στην ατμόσφαιρα των ημερών, που μεταφέρει δυσοίωνα μηνύματα για το μέλλον, παραμένει ζωντανός ο πειρασμός. Ο πειρασμός και η παγίδα της πολιτικής παντοδυναμίας. Κάθε φορά που κάποιος θα μαγεύεται από τον μεθυστικό καρπό της, θα βάζει τη χώρα στις ράγες της οπισθοδρόμησης.

 

 

 

Εφημερίδα, ΤΑ ΝΕΑ, 20/06/2020

Στις εποχές της κρίσης, της ορατής και αόρατης παρακμής, το ζήτημα είναι να περάσεις στην απέναντι όχθη.

Μοιάζει νωρίς, πρόωρο, να διατυπώσει κανείς ανακεφαλαιωτικές κρίσεις για την Κυβέρνηση. Τα συμπεράσματα μετέωρα. Η αντίκρουση εύκολη. Και για το ένα και για το άλλο. Ο χρόνος έτρεξε γρήγορα. Κάποτε καταιγιστικά. Έχει περάσει μόλις ένας χρόνος ή έχει περάσει ήδη ένας μακρύς χρόνος.

Η εκλογή της οφείλεται πρώτα στο  παντοδύναμο αίτημα απομάκρυνσης του ΣΥΡΙΖΑ από την εξουσία και λιγότερο στην πειστικότητα του σημερινού κυβερνητικού κόμματος.  Η εκλογή του περασμένου Ιουλίου έφερε ικανοποίηση στο κονωνικό σώμα, που έβλεπε μετά τη  στασιμότητα της προηγούμενης φάσης, ένα ενδεχόμενο κίνησης και πολιτικής μεταρρυθμίσεων.

Θετικές, πολύ θετικές, οι προϋποθέσεις της αφετηρίας. Η Κυβέρνηση διάλεξε τη συμβατικότητα. Ο πειρασμός της μικρής ταχύτητας κέρδισε εύκολα και η αποφυγή της σύγκρουσης, κάθε σύγκρουσης, έγινε πυξίδα.

Ήδη η συμβατικότητα της Κυβέρνησης, μαζί και ο συμβιβασμός της, φάνηκε στην άρνησή της να συζητηθεί στη Βουλή το 1ο εξάμηνο του 2015. Η πιο κρίσιμη στιγμή της πρόσφατης ιστορίας μας αγνοήθηκε συνειδητά. Ενοχλεί η άρνηση της λήθης. Η συζήτηση ήταν αναγκαία. Ως παράδειγμα. Η συμβατικότητα δεν αγαπάει αυτά τα παραδείγματα. Απορρίπτει την αυτογνωσία και εγκαθιστά απόσταση ανάμεσα στη ζωή, την εμπειρία και τη συνειδητοποίηση.

Αυτή η συμβατικότητα διαποτίζει με το πνεύμα της τα κύρια μέτωπα. Προτάσσεται η διαχείριση. Η διαχείριση είναι περιοριστική. Αρκείται στο άμεσο αποτέλεσμα, εργάζεται για τις απαιτήσεις του εγγύς χρόνου, υποβαθμίζει το κάθε αόρατο πρόβλημα, που κοιμάται ήσυχο εκτός προσοχής. Τη διαχείριση ικανοποιούν  μετρήσιμα μεγέθη, από την οικονομία μέχρι τους αριθμούς των δημοσκοπήσεων.

Είναι ένας δρόμος. Δεν είναι πολιτικός δρόμος.  Δεν αρκεί για την διακυβέρνηση. Αν η απαίτηση της διαχείρισης και της τεχνοκρατικότητας συνοδεύει την διακυβέρνηση, δεν αρκεί και δεν εξαντλείται σε αυτές. Η πολιτική και μόνο η πολιτική τη συγκροτεί ως τέτοια.

Είναι φανερό. Στη σημερινή Κυβέρνηση υπάρχει ανισορροπία μεταξύ διαχείρισης και πολιτικής, εις βάρος της πολΙτικής. Απουσιάζει η πολιτική έμπνευση και το ενδιαφέρον για κάθε τι που προϋποθέτει ένα στρατηγικό βάθος. Αυτό βρίσκεται μέσα στη συνειδητή απόσταση της Κυβέρνησης από τις δύσκολες πολιτικές αποφάσεις. Αποφάσεις που καλεί η εποχή.

Χαρακτηριστικό είναι η Δημόσια Διοίκηση. Ανενόχλητη, στην αδιαφορία των «λειτουργών» της . Ανέγγιχτη, στη δουλοκτητική φύση της. Η λέξη «αξιολόγηση» απωθείται στο περιθώριο της συζήτησης. Χωρίς να αγνοώ την προσπάθεια του Κυριάκου Πιερρακάκη, η  συμβατικότητα γίνεται σε αυτό το κεντρικό μέτωπο το  μέτρο των πραγμάτων.

Μετά την επιτυχή αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης, μπαίνουμε στην δύσκολη  επόμενη φάση. Σχολείο, οικονομία, εργασία, τουρκική επιθετικότητα. Οι ευθύνες στο εσωτερικό και εξωτερικό μέτωπο βαραίνουν. ΄Έναν χρόνο μετά, χωρίς Αντιπολίτευση, η Κυβέρνηση διατηρεί  μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο. Πρόκειται για μια πολιτική δυνατότητα ταχύτερης κίνησης και αντισυμβατικής θεώρησης. Το πολιτικό κεφάλαιο ανήκει στη χώρα. Η αξιοποίησή του είναι ευθύνη της Κυβέρνησης. Διαφορετικά θα παρατηρεί κανείς την απέναντι όχθη,  φοβισμένος μπροστά στα γεγονότα που έρχονται.  

 

 

Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 21/06/2020

Αν είχαμε ανάγκη από ένα κοινωνικό πείραμα για να διατυπώσουμε υποθέσεις για την «μέση συνείδηση» του Έλληνα, δεν θα μπορούσαμε να βρούμε καλύτερες συνθήκες από αυτές που προκάλεσε ο covid19.

Συνθήκες περιορισμού, υπό τον αυστηρό έλεγχο του Κράτους, άδεια για κάθε βήμα, απειλές, ατμόσφαιρα απειλής θανάτου. Η συμμόρφωση υπήρξε σχεδόν καθολική. Η Κυβέρνηση έλαβε τον έπαινο και αυτή επαίνεσε τον εαυτό της. Οι συνθήκες άλλαξαν, το πέρασμα στην επόμενη φάση μας δείχνει δυνατά φωτισμένα τα συμπεράσματα του «πειράματος».

Τώρα κρατάμε τα χειρόγραφα αυτής της εμπειρίας από τον covid19. Και σιγά – σιγά τα πράγματα διευκρινίζονται. Δεν ήταν η ευθύνη του «σοφού λαού», ήταν ο φόβος. Αυτός ερμηνεύει. Κάθε δοκιμασία είναι χρήσιμη. Φωτίζει και μας φωτίζει. Φωτίζει τα πράγματα, τους ανθρώπους, το είναι μας. Για όλα αυτά, λίγες μέρες μετά τον κορονοϊό, μπορούμε να μετρήσουμε το αληθινό βάθος τους.

Η άρση των μέτρων φέρνει στο φως τη γνωστή άρνηση της ευθύνης, που χρόνια βιώνουμε. Αυτή την άρνηση της ευθύνης, που μοιάζει να είναι και είναι μια καθαρή αμεριμνησία. Μια εξακολουθητική αμεριμνησία. Δεν πρόκειται για κατάσταση πνευματικής ολοκλήρωσης, που, υπό το πνεύμα παιχνιδιού, η ατομική συνείδηση συμμετέχει στον κόσμο. Πρόκειται για την παντελή έλλειψη συναίσθησης της ευθύνης. Ο σταθερά φοβισμένος, την ευθύνη και το βάρος της πρώτα φοβάται. Και αυτός ο φόβος του βάρους της πολλαπλασιάζει την εγκληματική αμεριμνησία.

Η εκτεταμένη μη εφαρμογή των μέτρων πρόληψης και προστασίας ανακαλεί στην πράξη τους ρομαντικούς επαίνους και περιορίζει τη συνολική αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής διαχείρισης. Η συνολική αποτίμηση κατεβαίνει ένα σκαλοπάτι στην κλίμακα. Η παιδαγωγική της δεν στάθηκε επαρκής.

Είναι αλήθεια ότι αυτές τις δεκαετίες διδάχθηκε από τις Κυβερνήσεις η αμεριμνησία, υπό την εκδοχή της δουλικής ανευθυνότητας. Οι Κυβερνήσεις με χειρονομίες προστασίας και νεύματα συμπάθειας, μήνυσαν στο λαό ότι οι ευθύνες της ύπαρξής του, της προκοπής του, της πορείας του, ακόμη και του νοήματος της ζωής των ανθρώπων, δεν είναι δική τους υπόθεση. Αυτές ανήκουν στην εξουσία. Στην εξουσία που μεριμνά και φροντίζει.

Αυτός, ο λαός, ως εκλεκτός, ελέχθη, είναι απελευθερωμένος από το βάρος του στοχασμού και της ανάληψης ευθυνών. Αρκεί να τελεί και να παραμένει σε κατάσταση αμεριμνησίας απέναντι στις θεμελιώδεις επιλογές που η εξουσία ορίζει.

Αυτά που βλέπουμε γύρω μας κάθε μέρα μετά τον κορονοϊό, τα σχόλια που ακούει κανείς, την απόκρουση κάθε πρόσκλησης συμμόρφωσης, το χλευασμό που συνοδεύει κάθε παρατήρηση για τήρηση του Νόμου, την αδιαφορία απέναντι στον άλλον, είναι το εσωτερικευμένο μάθημα αυτής της εξουσιαστικής παιδαγωγικής επιλογής. Αμεριμνησία. 

 


Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 06/06/2020

Η Αμερική ταξιδεύει στο χρόνο. Μια χώρα που βυθίζεται συχνά στα «έγκατα του φωτός και του σκότους», είναι. Περιδινούμενη σήμερα για μια ακόμη φορά, συνομιλεί με τον κόσμο και ο κόσμος συνομιλεί μαζί της.

Τα τελευταία γεγονότα που ακολουθούν τη δολοφονία του Τζώρτζ Φλόϊντ, φέρνουν στο προσκήνιο πλευρές της μεγάλης αυτής χώρας, που παραγράφει η εικόνα και η πραγματικότητα ισχύος και κυριαρχίας. Χώρα – ήπειρος, με πληθυσμό μεγάλο, με ανισότητες βαθειές και αντιφάσεις καταλυτικές, μας μιλάει για τη φύση των κοινωνικών πραγμάτων και τα κυοφορούμενα ανά πάσα στιγμή γεγονότα.

Οι εκρηκτικές κινητοποιήσεις και η διάθεση εξέγερσης με αφορμή τη δολοφονία, ανακινούν τα βασικά δεδομένα. Η φανέρωση μιας κατάστασης, που μπορεί να υπάρχει για χρόνια στη σκιά της ευμάρειας, το απραγματοποίητο όνειρο, τα ανυπέρβλητα εμπόδια, το άπιαστο κάθε μικρής ή μεγάλης ουτοπίας.

Τα γεγονότα διατηρούν τα πρωτεία και καταστρέφουν εύκολα τις ψευδείς πεποιθήσεις. Η μετάδοση των κινητοποιήσεων στην Ευρώπη έχει κάτι από το πνεύμα της χαμένης ουτοπίας. Ένας κόσμος ευμάρειας συναντιέται με τις βαθειές ρωγμές του. Και βλέπει την ευθραυστότητα της ύπαρξής του. Που μπορεί να καταπέσει από μια υγειονομική κρίση ή μια αιφνίδια, απροσδόκητη ανατροπή.

Κάθε αμφισβήτηση που δεν μπορεί, δεν κατορθώνει να εκφραστεί καθολικά, έχει σύντομο τέλος. Απομένει η εμπειρία που καταλείπει. Αν και στην Αμερική σημειώνονται συχνά μικρές «εξεγέρσεις», αυτή η σύγκρουση ανακεφαλαιώνει. Φέρνει στη συνείδηση την αναποτελεσματικότητα Ομπάμα και την μάταιη επιθετικότητα Τράμπ.

Εξεγέρσεις, μικρές ή μεγάλες, οργανώνουν την εμπειρία και γράφουν νέες σελίδες στη διαδρομή. Οι νέοι, έφηβοι Αμερικάνοι, αποκτούν την πρώτη εμπειρία αυτής της έντασης και αυτής της έκτασης, συνδεόμενη αναπόφευκτα με γεγονότα που και στο παρελθόν έχουν ξανασυμβεί.

Σε σύγκριση με προηγούμενες μεγάλες κοινωνικές εντάσεις και συγκρούσεις, οι σημερινές στην Αμερική έχουν μια μεγάλη ποιοτική διαφορά. Χρακτηρίζουν την εποχή. Οι διαδηλωτές, οι εξεγερμένοι έχουν στα χέρια τους το όπλο. Το όπλο της εικόνας, του ήχου, είναι οι ίδιοι πολλαπλασιαστές της δράσης τους. Μιλάνε στον πλανήτη με το κινητό τους τηλέφωνο.

Το διαδίκτυο, στις ποικίλες επαναστατικές εφαρμογές του, μεταπλάθει την πολιτική σύγκρουση. Νέα δεδομένα, νέα εμπειρία, νέα κατάσταση. Πόσο θα ζήλευαν οι εξεγερμένοι του Μάη του ΄68 στο Παρίσι, που δεν είχαν παρά την αφίσα και την έμπνευσή τους και που σήμερα ως μουσειακό είδος θυμίζει το ατελέσφορο ενός τύπου πολιτικής δράσης.

Για όποιον τόπο και αν μιλάμε, χθες, σήμερα, αύριο, ένα είναι το αδιατάρακτο υπόβαθρο κάθε σύγκρουσης. Το αίτημα αυτοπροσδιορισμού και ελευθερίας. Αναδιατυπώνεται κατά καιρούς. Δεν μπορεί να ξεφύγει η Αμερική.   

 

Our website is protected by DMC Firewall!