Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 17/02/2018

Μεγαλώνει η απόσταση των κυβερνητικών από τον πραγματικό κόσμο. Αργά και σταθερά. Ηδη η σχέση τους με την πραγματική ζωή ήταν πλασματική. Ως εκμεταλλευτές ανθρώπων και αναγκών, τελούσαν σε απόσταση από τη βιωμένη πραγματικότητα.

Η χρήση του άλλου σε εγκαθιστά πάντα απέναντί του και μόνο η μεταμφίεση σε τοποθετεί στο πλευρό του. Και αυτό προσωρινά.

Πάνω σε αυτή την εκμεταλλευτική σχέση που αξιοθαύμαστα οι κυβερνητικοί οικοδόμησαν, ξεδιπλώθηκε ένα κυνικό σχέδιο εξουσίας. Το μεγάλο επίτευγμά τους είναι ότι μίλησαν πειστικά τον λόγο της μυθοπλασίας. Αποδιδόμενη με όρους μυθοπλασίας, η παραποιημένη πραγματικότητα έγινε δεκτή ως αλήθεια.


Η Γη είναι επίπεδη και δεν χωρεί αμφιβολία.

Πάνω σε αυτό το υπόστρωμα της ερημικής ατμόσφαιρας του νου, σηκώνεται ο άνεμος της αποστροφής. Επιδέξιοι οργανωτές του ανέμου της παραπλάνησης και της αποστροφής οι κυβερνητικοί του δίνουν κατεύθυνση και προσανατολισμό.
Αποστροφή πρώτα-πρώτα στο καλούμενο παλαιό πολιτικό σύστημα. Αυτό που προϋπήρξε είναι το ίδιο το Κακό. Δεν έχει καμιά πολιτική αξία η ορθολογική ανάγνωση αυτής της εποχής. Ούτε η συνειδητή σύμπραξη των ανθρώπων με την ψήφο τους. Ούτε η μαθηματικά βεβαιωμένη υλική βελτίωση της ζωής τους. Ηταν εποχή καταστροφής, λέει η επιθετική μυθοπλασία των κυβερνητικών. Και δυναμώνει το χειροκρότημα αποδοχής στην πλατεία.

 

Στο μέτωπο αυτό οι κυβερνητικοί ύψωσαν τροπαιούχοι την πρώτη σημαία νίκης στον αμμόλοφο. Νικητές πλέον εργάζονται για την πιο κρίσιμη αποστροφή. Την αποστροφή του λαού προς τον εαυτό του. Από τη γελοιότητα των ψεκασμών μέχρι την αδυναμία κατανόησης και επεξήγησης βιωμάτων και εμπειρίας. Επιδέξια οι κυβερνητικοί σπέρνουν τη σύγχυση. Η προσοχή του λαού σκορπίζεται αλλού. 

Ο φόβος των κυβερνητικών είναι η συνειδητή άρνηση της μυθοπλασίας, η απόκρουση του σχεδιασμένου ψεύδους, η απογύμνωση του εξουσιαστικού σχεδίου.

Οι μηχανισμοί εξουσίας είναι πάντα μηχανισμοί αποξένωσης της συνείδησης από τον εαυτό της. Πρόκειται για τη μετάπτωσή της σε προχωρημένη φάση αλλοίωσης, τόσο που επανέρχεται ως πραγματική φύση, ενώ έχει γίνει ήδη άλλη.

Ο βίαιος λόγος, η ταπείνωση, η ψυχολογική καταστολή, είναι τα γνωστά μέσα. Καθώς βλέπει και βιώνει ότι αυτό που πίστεψε, υποστήριξε και ψήφισε συντελείται ως το αντίθετό του, άρρητα η συνείδηση αποστρέφεται αυτό που, ως η ίδια, προϋπήρξε. Και συμβιβάζεται. Αναζητεί αγαλλίαση και «θεραπεία» από την πλάνη της.
Και εκεί επιχειρείται η εξαρπαγή της λήθης. Η μόνη εγγύηση διάρκειας αυτής της κατάστασης. Η διαγραφή της πρόσφατης μνήμης. Αυτού που πραγματικά υπήρξαν οι κυβερνητικοί, ως λόγος, ως ύφος, ως μέθοδος, ως εικόνα. Η διαγραφή της εμπειρίας.

Πάνω σε αυτή την παραλυτική έσω αποστροφή, πάνω σε αυτή την άρρητη αυτοκατάργηση ξετυλίγεται σήμερα το περαιτέρω σχέδιο καθολικής κυριαρχίας.

Η ψευδής συνείδηση πρώτα αυτοχειραγωγείται και μετά χειραγωγεί.
 
Σημαιοφόρος του Καλού, σε έξαψη θρησκευτικού ψευδοπροφήτη, ο Πρωθυπουργός διακηρύσσει και επικαλείται. Διακηρύσσει τον παραποιημένο κόσμο ως αληθινό και τον ονομάζει ως αυτό που δεν είναι. Ηθικό φεγγοβόλημα, παλαιές ελίτ, Καλό και Κακό, διεφθαρμένοι και αδιάφθοροι, εχθροί και φίλοι του λαού. Αθώοι, ύποπτοι, ένοχοι.

Και μεγαλώνει ακόμα περισσότερο η απόσταση από τον πραγματικό κόσμο.

Πολλές φορές στην Ιστορία έχει επαναληφθεί αυτή η εξουσιαστική παράσταση. Αυτή που γεννά την τρίτη φάση της αποστροφής. Της αποστροφής εναντίον της εξουσίας.
Είναι η τελευταία πράξη. Η πράξη του τέλους.

Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 11/02/2018
 
Κοίτα που τα γεγονότα της Ιστορίας δεν θέλουν να ησυχάσουν. Να κοιμηθούν για πάντα στις σελίδες των βιβλίων. Επανέρχονται με διάφορους τρόπους από εποχή σε εποχή. Μας υπενθυμίζουν τη βαρβαρότητα της πολιτικής σύγκρουσης, την ανθρώπινη φύση και συχνά την ανορθολογική πρωτόγονη ορμή τους. Και ούτε διδαχή ούτε δίδαγμα.
Γαλλική Επανάσταση, έτος ΙΙ. Διανύουμε τον μήνα Πρεριάλ (Ιούνιος, 1794).

Η Επιτροπή Κοινωνικής Σωτηρίας βρίσκεται σε παροξυσμό. Πολλαπλασιάζει τους υπαρκτούς κινδύνους κατά της Επανάστασης και αναζητεί τρόπους να θέσει οριστικά εκτός μάχης τους αντιπάλους της.
Μέσα σε ατμόσφαιρα ακραίας σύγκρουσης, ο Ροβεσπιέρος, σε μέθη μεγαλείου - μόλις είχε φθάσει στο απόγειο της επιρροής και της εξουσίας του -, εκφωνεί τις τελευταίες ομιλίες του στη Συμβατική.

Σεν-Ζιστ, Κουτόν, Ροβεσπιέρος. Εισηγούνται, στις 22 Πρεριάλ, δύο ημέρες μετά τον ενθουσιαστικό εορτασμό του 
Υπέρτατου Οντος, τον «Νόμο περί υπόπτων». Στόχος είναι η ταχύτερη και ανεμπόδιστη εξόντωση των αντιπάλων.
Πιο συγκεκριμένα, ο Κουτόν παρουσιάζει στη Συμβατική εκ μέρους της Επιτροπής την πρότασή της για τις αναγκαίες αλλαγές στην επαναστατική δικαιοσύνη. Ηδη από τον Σεπτέμβριο του προηγούμενου έτους η Επανάσταση είχε οπλιστεί με αυστηρούς νόμους. Ζητούμενο τώρα είναι η ταχύτητα.

Ούτε κατηγορίες. Ούτε μάρτυρες. Ούτε ανάκριση. Ούτε υπεράσπιση. Ούτε απολογία. Καταργείται κάθε εγγύηση για τους κατηγορουμένους. Το Επαναστατικό Δικαστήριο αθωώνει ή θανατώνει.

 
Το ζήτημα δεν είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη, αλλά να επιταχυνθεί η μάχη και να κερδηθεί ο πόλεμος με όλα τα μέσα. Το ζήτημα δεν είναι η δικαιοσύνη, το ζήτημα είναι η εξόντωση.

Ομιλεί ο Κουτόν: «Προθεσμία για να τιμωρηθούν οι εχθροί της πατρίδας δεν πρέπει να είναι παρά ο χρόνος, ώσπου να αναγνωριστούν. Δεν πρόκειται τόσο για να τιμωρηθούν όσο να εκμηδενιστούν».

Και έτσι αρχίζει η βαρβαρότητα του «Νόμου περί υπόπτων», έτσι αρχίζει «η ναυτία της καρμανιόλας». Η έννοια «εχθροί του λαού» έχει μέγα εύρος. Ολοι χωρούν.

Από τον Απρίλιο του 1793, τότε ιδρύθηκε το Επαναστατικό Δικαστήριο, μέχρι τις 10 Ιουνίου 1794 (22 Πρεριάλ), είχαν εκδοθεί 1.253 θανατικές καταδίκες. Από τις 10 Ιουνίου μέχρι τις 27 Ιουλίου εκδόθηκαν 1.379 θανατικές καταδίκες. Χωρίς κατηγορία, χωρίς απολογία, χωρίς υπεράσπιση.

Και το πλήθος ζητωκραύγαζε  στην πλατεία.
Ο φοβερός «Νόμος περί υπόπτων» δεν είναι μόνο ένα τραγικό λάθος της τριανδρίας, είναι ένα στίγμα για τη Γαλλική Επανάσταση που τη συνοδεύει, όπως η σφαγή στη Βανδέα.

Θα επιταχύνει την καταστροφή των τριών. Μέσα στη δίνη που προκάλεσε ο «Νόμος» του Πρεριάλ θα βρουν και οι ίδιοι σύντομο τέλος στις 28 Ιουλίου (Θερμιδόρ) του 1794.
Νέο πλήθος ζητωκραύγαζε στην πλατεία.

Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 31/01/2018


Η κατεστημένη Εκκλησία, ως μηχανισμός εξουσίας, γνωστοποίησε ότι «ευλογεί» και θεσμικά στηρίζει τα συλλαλητήρια.
Καμιά έκπληξη.

Σταθερά εκτός ρόλου και αποστολής η κατεστημένη Εκκλησία, βλέπει τον εαυτό της ως παράγοντα του δημόσιου βίου, ως συντελεστή των πολιτικών συσχετισμών, ως σύστημα επιρροής και ισχύος.

Δεν την απασχολεί ούτε η αλήθεια των πραγμάτων ούτε η σχετικότητά τους. 

Και συμπράττει με παντοειδείς καπηλευτές.

 


Συμπράττει με ανθρώπους που ο λόγος τους, η επιθετικότητα, το μίσος, φέρουν μέσα τους καταστολή και βία. Πολλοί από αυτούς που εκφράζονται υπέρ των συλλαλητηρίων και προτρέπουν στη συμμετοχή, όπως η Εκκλησία, συνιστούν την απόλυτη αντινομία προς τον απελευθερωτικό λόγο του Ευαγγελίου. 

Που υψώνει τον άνθρωπο, ως αυτοπροσδιοριζόμενο, ελεύθερο ον, μέσα από την αναγνώριση και ισότιμη αποδοχή του άλλου. Πέρα από πεποιθήσεις, ιδεολογίες και μυθοπλαστικές παγίδες. Και η λέξη «προδότης», που ακούγεται από δω και από κει, είναι λέξη από το οπλοστάσιο του θανάτου.

Ο ίδιος ο Ιησούς και ο λόγος του, ως παράδειγμα αντι - δύναμης και αντι - ισχύος, βρίσκεται στον αντίποδα συλλαλητηρίων και λαοσυνάξεων.

Η «συνομιλία» της Εκκλησίας με τους ανθρώπους δεν γίνεται στου τόπους της πολιτικής κενολογίας και κομπορρημοσύνης,στις πλατείες και στους δρόμους. Η συνάντηση της Εκκλησίας με τους ανθρώπους γίνεται στους τόπους της ανάγκης. Εκεί που οι άνθρωποι πάσχουν και προσπαθούν.

Είναι μεγάλη η ευθύνη της κατεστημένης Εκκλησίας για την παρακμή της χώρας. Όσο όμως και αν αυτή πορεύεται χωρίς επίγνωση, δίπλα της, αλλά και στους κόλπους της, όπως συνέβαινε πάντα στην ιστορία, άνθρωποι ελεύθεροι, κατά το πνεύμα του Ευαγγελίου θα κρατούν το φως ζωντανό.

Διαβάζω την τεκμηριωμένη θέση του μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομου, εδώ στο ΒΗΜΑ: «Στην παρούσα συγκυρία,σύνολη η διοργάνωση των συλλαλητηρίων είναι παντελώς διαφορετική και ξένη προς τον όλο θεσμό της Εκκλησίας».

Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 04/02/2018
 
 
Ποιος είναι ο επιταχυντής της Ιστορίας; Η συνειδητοποίηση. Η άρνησή της είναι το ανάχωμα στην εξέλιξη, γίνεται πυλώνας καθυστέρησης.

Η συνειδητοποίηση είναι η άλλη λέξη της ευθύνης. Δηλαδή η απόκρουση του ιδεολογικά παραποιημένου κόσμου. Η αποδοχή των πραγματικών συνθηκών της ζωής. Η σύγκρουση με τα πραγματικά προβλήματα και όχι με τις κατασκευές του νου, που πάντα επεξεργάζεται μύθους και μεθόδους για να παρακάμψει το βάρος αυτής της ευθύνης.
Το σημερινό συλλαλητήριο είναι - νομίζω - πιο κοντά σε έναν παραποιημένο κόσμο, παρά σε αυθεντική σύνδεση με την πραγματική Ελλάδα της εποχής της. Ως απόπειρα οικειοποίησης της πατριωτικής συνείδησης, θα στηριχθεί στις κατασκευές της λαϊκής μυθοπλασίας και θα οικοδομηθεί στιγμιαία πάνω στα λαϊκά στερεότυπα. Η ρητορική έξαρση θα τροφοδοτήσει το χάος των ερεθισμών και θα συναντηθεί έτσι με το σύντομο τέλος του και τη σχεδόν αυτόματη εκπνοή του.

Και όμως, μας χρειάζεται ένα συλλαλητήριο. Ενα διαρκές συλλαλητήριο. Διαρκές και μαχόμενο.
Η κατάσταση που διαμόρφωσε η κρίση αποσάθρωσε τα παλαιά κόμματα, περιόρισε δραματικά την απήχηση του λόγου τους, σκότωσε στην πράξη κάθε δυνατότητά τους να ερμηνεύσουν πειστικά αυτή την κρίση, το βάθος και τις ρίζες της.
Ετσι το χάος της ακατανοησίας που προκύπτει γίνεται το γόνιμο έδαφος της ευρηματικής μυθοπλασίας, που τακτοποιεί εύκολα τα πράγματα με οδηγό τη συνωμοσία και την απειλή των κατασκευασμένων εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών. Το λεξιλόγιο του θανάτου διαθέτει στο οπλοστάσιό του πολλές λέξεις για να ονομάσει αυτούς τους εχθρούς. Με πρώτη και καλύτερη τη λέξη «προδότης».

Ετσι στήνεται η «έξαψη της οργής» ή η «γοητευτική καθησύχαση». Ετσι θριαμβεύει η τέχνη της ανατροπής της ταυτότητας των πραγμάτων. Το φαινομενικό. Οι εικόνες. Η προσποίηση. Δημοκρατία, φιλολαϊκότητα, πατριωτισμός, υπερηφάνεια, αξιοπρέπεια.

 
Το διαρκές συλλαλητήριο καλείται να αντισταθεί στον διακηρυγμένο υψηλό ήχο τους και να υποστηρίξει απέναντι και με πάθος τις απαιτήσεις της ουσίας τους. Καλείται να αναπτύξει την άρθρωσή του γύρω από τον πραγματικό βίο και τους πραγματικούς ανθρώπους. Να συνδεθεί στέρεα μαζί τους, να μιλήσει για λογαριασμό τους, να πάρει δύναμη από το υπαρκτό παρόν και όχι από τις ιστορικές μυθοπλασίες.

Να προτάξει, να ιεραρχήσει, να επιλέξει, να προχωρήσει. Να συναρμολογήσει δηλαδή την κατακερματισμένη πραγματικότητα, να διεκδικήσει στοιχειώδη ενότητα πολιτική και να καταστήσει δυνατό το μαζί και αντιμέτωποι, το χωρισμένοι και ενωμένοι ταυτόχρονα. Αναγορεύοντας σε ύψιστη αξία την ουσία και το «μυστήριο» της δημοκρατικής συνύπαρξης. Εκεί που δεν υπάρχουν προδότες, αλλά άλλη γνώμη, σε διαρκή σύγκρουση, μεταβολή και εξέλιξη.
Να σταθεί απέναντι στη φθορά μιας εποχής, όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν να αναθέσουν κανένα καθήκον ευθύνης στον εαυτό τους.

Ισως να υπάρξει κάποτε αυτό το διαρκές συλλαλητήριο. Ισως και να υπάρχει. Και να εργάζεται αθόρυβα απέναντι στη φθορά. Αυτό το συλλαλητήριο εξελίσσεται αλλού - αλλού, απέναντι και εναντίον.
Δεν έχει βρεθεί ακόμη τρόπος στην Ιστορία να συνυπάρξει η συνειδητοποιημένη πράξη της ευθύνης με το αντίθετό της.

 

Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 28/01/2018
 
 
Εμεινε στην Ιστορία το δάκρυ του Κωνσταντίνου Καραμανλή για τη Μακεδονία. Και κέρδισε πρωτοσέλιδα και απέσπασε συμπάθεια και προκάλεσε συγκίνηση. Τα χρόνια πέρασαν και οι εξελίξεις γνωστές.
  
Τα δάκρυα συγκίνησης, ακόμα και σπαραγμού, δεν προσθέτουν κάτι. Μόνο τα δάκρυα της δοκιμασίας και της θυσίας γράφουν την Ιστορία και μόνο αυτά χτίζουν τον κόσμο.
  
Πάνω σε αυτό το δύσκολο πέρασμα η καθυστερημένη συνείδηση μορφάζει σαν θηρίο της Αποκαλύψεως. Η συνείδηση που βλέπει τον κόσμο αποξενωμένη από τον σημερινό εαυτό της, αναπολεί το ηρωικό παρελθόν. Σαγηνεύεται από τα μυθοποιημένα επιτεύγματά του και υμνολογεί με κάθε τρόπο την προηγούμενη ύπαρξή του. Το παρελθόν αναγορεύεται σε τόπο ιδανικής απόδρασης. Εκεί το παρόν, ως ο χρόνος της βιωμένης ζωής, χάνει την πρωτεύουσα αξία του.
 
Πρόκειται για τη μέθοδο με την οποία κάθε κλειστή κοινωνία περισφίγγει τον εαυτό της. Περιορίζει τον ζωτικό της χώρο, υψώνει τείχη και αναδιπλώνεται σε περίκλειστη κοινωνική οντότητα.
Πιστεύω ότι ένα αυθεντικό ενδιαφέρον κινητοποίησε πολλούς συμπολίτες μας και τους οδήγησε στη συμμετοχή στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης. Κάτι πιστεύουν, γι' αυτό κινητοποιούνται. Κάτι θέλουν να πουν, γι' αυτό συμμετέχουν.
 
Η δύναμη των ανθρώπων είναι η δύναμη της συνάντησής τους. Αυτό όμως δεν αρκεί. Πρωτεύουσα σημασία έχει το νόημα. Αυτή η συνάντηση διεκδικεί ένα νόημα. Σε αυτή τη συνάντηση εκφωνείται ένα νόημα.
 
Εκεί, σε αυτή τη στιγμή, όταν έχει συντελεσθεί η αυτοσκηνοθεσία, έρχεται ο λόγος. Οχι ως συμπλήρωμα, αλλά ως καθοριστικό δεσμευτικό στοιχείο να μιλήσει για το νόημα. Αυτός ο εκφωνούμενος λόγος μεθερμηνεύει την ίδια τη συνάντηση των ανθρώπων και τη μεταπλάθει σε κάτι άλλο. Δίνει στο επιθυμητό νόημα το περιεχόμενό του.
Και κρίνεται τότε αν οι άνθρωποι είναι πρώτη ύλη μιας πολιτικής πράξης ή η συνάντησή τους η ίδια συνιστά πολιτική πράξη. Αν συνδέεται με το πριν, αν εκφράζει το παρόν, αν αγωνιά για το μέλλον. Αν συνομιλεί με τη ζωή ή αν διαλέγεται με τον θάνατο.

 
Εκεί που το παρελθόν κερδίζει τον πρώτο λόγο εκτοπίζοντας την πραγματική ζωή, η καθυστέρηση συναντά τον εαυτό της. Είναι η στιγμή της ολοκλήρωσης του θριάμβου της. Οι νεκροί διεκδικούν τον τελευταίο λόγο επί των ζώντων.
 
Η καθυστέρηση είναι η άρνηση των συνθηκών του παρόντος. Και εκφράζεται πολυπρόσωπα. Από την κατασκευή εχθρών μέχρι τις εκδηλώσεις ακραίας επιθετικότητας στους προσηλωμένους στο σήμερα, στους υποστηρικτές της προτεραιότητας του παρόντος.
 
Και ο ομιλών εξ ονόματός της, διολισθαίνει στην καπηλεία. Και υψώνει τον τόνο γοητευμένος από τον βίαιο λόγο. Και ομιλεί περίπου ως μύστης της Ιστορίας, ως μεταλαμπαδευτής μιας αρχέγονης εθνικής αλήθειας, σε συμμαχία με τις θεϊκές δυνάμεις και σε συμπόρευση με το σχέδιό τους. Μάλλον χωρίς συνείδηση της ύβρεως ο ομιλητής λέει: «Ει Θεός μεθ' ημών, ουδείς καθ' ημών».
 
Κάθε φορά που οι άνθρωποι προσέρχονται για να στηρίξουν μια επιλογή, ο εκφωνούμενος λόγος δεν ανήκει στον ομιλητή. Εκφωνούμενος, παύει να ανήκει σ' αυτόν. Είναι ένας λόγος που «δεσμεύει» τους παρόντες. «Ανήκει» σε αυτούς που μετέχουν.
 
Στο συλλαλητήριο της περασμένης Κυριακής, στον αντίποδα της φωτίζουσας διάστασης του λόγου, ακούσαμε τη σκοτεινή πλευρά του. Ανάχωμα στην απελευθερωτική συνειδητοποίηση και στη λυτρωτική αυτογνωσία. Με μια οχλοτερπή αντίληψη, με μια αδιαντροπία ιστορική, με μια έρπουσα ανωτερότητα, σκάβοντας το ρήγμα μεταξύ ζωής και φαντασίας, τα πράγματα ορίστηκαν αυθαίρετα και ερμηνεύθηκαν μυθολογικά. Ακόμα και η σταγόνα της βροχής. Που ποτέ δεν μπορεί να είναι το δάκρυ της Παναγίας.
 
Απέναντι στο καταφύγιο των συλλαλητηρίων, ο δρόμος της ευθύνης, των κινδύνων και της δοκιμασίας.

 

DMC Firewall is developed by Dean Marshall Consultancy Ltd