Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ | 05/01/2019

Μετράμε μέρες. Είτε οι εκλογές γίνουν τον Μάρτιο, είτε τον Μάϊο, είτε στο τέλος της θητείας, μετράμε μέρες.

Μπροστά στην κάλπη, ο ψηφοφόρος, η πολιτική του συνείδηση, κάνει μια ανακεφαλαίωση. Μετράει με τον τρόπο της και αυτή. Μετράει και ζυγίζει. Το αποτέλεσμα της ατομικής ανακεφαλαίωσης καταγράφεται το βράδυ των εκλογών.

Αν πάντα στο μέτωπο της ανακεφαλαίωσης αυτής δίνεται η μάχη, στις εκλογές που έρχονται το μέτωπο αυτό συνοδεύεται από ένα ριζικά νέο δεδομένο. Είναι η υπαρξιακή αγωνία των κυβερνητικών να εγκαταστήσουν τη λήθη.

Όσα έγιναν τα τελευταία χρόνια από το κυβερνητικό συγκρότημα, έγιναν και εκφωνήθηκαν, δεν έχουν προηγούμενο. Οργανωμένο ψεύδος, συνειδητή παραποίηση του υπαρκτού κόσμου και των συνθηκών του, καταπάτηση της κοινής λογικής. Προσβολή και ταπείνωση των ανθρώπων.

Οι κυβερνητικές επιλογές που έφεραν τη χώρα στο χείλος του γκρεμού δεν μπορούν πιά να αποκρυβούν, ούτε τους απομένει πλέον το προνόμιο της ακατανοησίας τους, που για καιρό απολάμβαναν. Το πολιτικό και ιδεολογικό ένδυμα έχει φθαρεί, τίποτε δεν απομένει από την παραπλανητική περιβολή. Η λήθη. Η λήθη είναι η ελπίδα.

Η φθορά αγαπάει τη λήθη. Και δεν πρωτοτυπούν οι κυβερνητικοί, όταν με κάθε τρόπο μας δείχνουν πως εργάζονται και επίμονα θα εργασθούν ως τις εκλογές για την εγκατάσταση της λήθης. Τους τρομάζει η άρνησή της. Ήθελαν και θέλουν πάντα να ξεχάσουμε. Τι είπαν. Τι έκαναν. Τον λόγο τους. Τη στάση τους. Τις μεθόδους τους. Στο μέτωπο της λήθης θα δοθεί η εκλογική μάχη. Εκεί θα κριθεί.

Ο στόχος των κυβερνητικών είναι οι άνθρωποι να μεταπηδήσουν από την εμπειρία στον τόπο της λήθης. Η λήθη είναι μια νάρκωση της εμπειρίας. Η λήθη είναι μια νέκρωση. Κανείς δεν θα το πει καλύτερα. Στο ποίημά του «Απόσπασμα από τη διαθήκη μου» ο Κ. Αθανασούλης λέει: «Να θυμάσαι. Αυτή την εντολή σου αφήνω. Να θυμάσαι θα πει να μην πεθάνεις».

Η λήθη είναι η πεπερασμένη ύπαρξη. Είναι η μερική υπόσταση, η ακρωτηριασμένη εμπειρία, είναι η άρνηση του πραγματικού εαυτού. Γνωρίζουν οι κυβερνητικοί ότι δεν είναι στιγμιαία πράξη η λήθη. Έχει μέσα της διάρκεια. Αφού ο εαυτός που εγκαθιστά, απομακρύνεται από την προηγούμενη ύπαρξή του και δύσκολα επιστρέφει. Η λήθη είναι μια εγκατάλειψη.

Η λήθη είναι μια παραμόρφωση. Επειδή η εμπειρία δεν μπορεί δια παντός να διαγραφεί, η λήθη γίνεται αλλοιωτικό στοιχείο αυτής της εμπειρίας. Την υποβιβάζει, την διαστρέφει και την παραποιεί. Παραποιημένη αυτή η εμπειρία γίνεται τόπος πολιτικής κερδοσκοπίας από την εξουσία, αφού εκεί που αποτυγχάνει να σβήσει πετυχαίνει να ξαναγράψει.

Στο μέτωπο αυτό, στο ρευστό μέτωπο της μνήμης, θα δοθεί η μάχη.

Η λήθη αφαιρεί από τη σκέψη το μαχαίρι της κάθαρσης. Της αποστερεί τη δύναμη της πορείας, την καθαρή ματιά στον ορίζοντα, τη βούληση αλλαγής. Μπροστά στην εκλογική αναμέτρηση, κάθε ζωντανή συνείδηση, σε κάθε της βήμα, έχει χρέος δυνατά να θυμίζει: ζήτω η άρνηση της λήθης!

 


Ιστοσελίδα, www.athensvoice.gr | 05/01/2019

Αν οι κυβερνητικοί είχαν μελετήσει τη Γαλλική Επανάσταση, θα είχαν αποφύγει λάθη και θα είχαν αντλήσει ιδέες.

Θέτω στη διάθεσή τους μία. Τον Νόμο περί υπόπτων.

Έχουν περάσει λίγα χρόνια από την έκρηξη της Επανάστασης. Ο επαναστατικός πυρετός σαρώνει την Γαλλία. Στο Παρίσι η τριανδρία Ροβεσπιέρος, Σαίν Ζύστ, Κουτόν, είναι παντοδύναμη. Είναι η ψυχή της «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας». Αισθάνονται και συμπεριφέρονται σαν μικροί «αδιάφθοροι» θεοί.

Θα φτιάξουν τον κόσμο από την αρχή! Τα θεμέλια είχαν τεθεί. Νέα χρονολόγηση, μέτρηση του χρόνου από το μηδέν, αποχριστιανοποίηση, αναγνώριση της ύπαρξης του Υπέρτατου όντος, εορτασμοί προς τιμήν του. Ο παλαιός κόσμος επρόκειτο γρήγορα  να ταφεί οριστικά.

Οι «Σωτήρες» βιάζονται. Το νομοθετικό πλαίσιο είναι εμπόδιο. Όλα έπρεπε να επιταχυνθούν. Οι διαδικασίες απόδοσης δικαιοσύνης ήταν χρονοβόρες. Εμπόδιζαν την Επανάσταση να προχωρήσει στην εξολόθρευση των «εχθρών του λαού».

Η λύση ήταν απλή: να καταργηθούν όλες οι σχετικές διαδικασίες και εγγυήσεις. Ούτε δικαστήρια χρειάζονται, ούτε κατηγορίες, ούτε υπεράσπιση. Αρκεί να θεωρηθεί κάποιος ύποπτος, να καταγγελθεί ως ύποπτος.

Λέει ο Κουτόν στη Συμβατική. «Προθεσμία να τιμωρηθούν οι εχθροί της πατρίδας δεν πρέπει να είναι παρά ο χρόνος ώσπου να αναγνωρισθούν. Δεν πρόκειται τόσο για να τιμωρηθούν, όσο για να εκμηδενισθούν».

Έτσι ψηφίζεται από τη Συμβατική, τον Ιούνιο του 1794, ο Νόμος περί υπόπτων. Ο Νόμος της 22 Πραιριάλ.

Και αρχίζει η βάρβαρη εφαρμογή του. Μέσα σε λίγες μέρες , μέχρι την πτώση της τριανδρίας, θα υπάρξουν 1251 θανατικές καταδίκες. Ο Νόμος περί υπόπτων είναι μια μαύρη σελίδα της Μεγάλης Επανάστασης. Οι εμπνευστές του θα βρουν και αυτοί σύντομα το θάνατο κάτω από τη μαύρη σκιά του.

Οι επίδοξοι «σωτήρες» στην ιστορία έχουν ένα κοινό σπέρμα μέσα τους. Την καταστολή και την εξόντωση του άλλου. Όλα έχουν γίνει και ξαναγίνει στην τραγική ανθρώπινη διαδρομή.


Υ.Γ. Το πλήρες κείμενο του Νόμου περί υπόπτων είναι διαθέσιμο στο διαδίκτυο. Δεν θα κουραστούν οι κυβερνητικοί να το εντοπίσουν.

Γιάννης Μόραλης, "Ερωτικό"


Iστοσελίδα, www.athensvoice.gr, 17/12/2018

Η ευμάρεια που πέτυχε στην ιστορική διαδρομή αυτό που ονομάζουμε κοινωνικοπολιτικά Δύση, είναι πρωτοφανής. Δεν έχει προηγούμενο.
Στο μέτωπο της υλικής ύπαρξης ποτέ στο παρελθόν δεν συσσωρεύθηκε τόσος πλούτος και δύναμη, ποτέ οι άνθρωποι δεν συμμετείχαν τόσο μαζικά στα αγαθά της εποχής τους, ποτέ η υλική «γεύση» του κόσμου δεν έφτασε σε τέτοιο βαθμό καθημερινού «εορτασμού».
Ό,τι νοήθηκε στη φαντασία του προηγούμενου χρονικά ανθρώπου, για τον δυτικό άνθρωπο νοήθηκε ως πράξη, βιώθηκε στην πράξη.
Σχεδόν για κάθε επιθυμία υπάρχει ένα «αυτοκίνητο» να την μεταφέρει με ταχύτητα εκεί που η φαντασία έχει ήδη πετάξει. Οι πρωτόγονες εναποθέσεις – απείρως επαναστατικές – κινητοποιούν τον υπαρκτό κόσμο προς την ολοκλήρωση της υλικής δυνατότητάς του.
Η ενσαρκωμένη φαντασία, ως χειροπιαστή πια αναλώσιμη σάρκα, εγκαταστάθηκε ως αυτονόητο.
Ωσάν να ήταν πάντα έτσι.
Ωσάν να είναι πάντα έτσι.
Ο χρόνος διαγράφει. Με όλες τις έννοιες. Και οι δοκιμασίες ή οι τραγωδίες που φέρει, τοποθετούνται στο χώρο της εξαίρεσης, του σπάνιου αιφνίδιου.
Στιγμιαία όλα, θα παρέλθουν.
Το υλικό πεδίο και η εύφορη πεδιάδα είναι η οθόνη του κόσμου του. Και εκτοπίζει το διαρκές. Και εγκαθιστά το στιγμιαίο. Μέσα στην καθρεφτιζόμενη στην οθόνη ύπαρξη, το διαρκές βιώνεται ως στιγμιαίο. Το επίκαιρο του βιώματος είναι το αιώνιο της ζωής.
Στο μέτωπο αυτό ζει στρατευμένη η δημοσιογραφική εκδοχή του κόσμου. Το παρόν είναι το παν. Το 24ωρο επανερχόμενο, είναι η αέναη ανακύκληση του αιώνιου και αδιατάρακτου χρόνου. Όλα θα τεθούν υπό έλεγχο στο στενό υπό περιγραφή και εκφώνηση χρόνο. Τίποτε δεν υπήρξε, τίποτε δεν θα υπάρξει.
Η προσαρμογή στις ανάγκες του εφήμερου και του επίκαιρου σκοτώνει την ανάγκη του νοήματος. Το γιατί της ύπαρξης. Με διάρκεια η ύπαρξη, το εφήμερο στον αντίποδά της. Δεν χρειάζεται νόημα , το συντελούμενο είναι το νόημα.
Η φθαρτή φύση του θα αναστηθεί την επομένη μέσα από ένα νέο, επίκαιρο, εφήμερο και εξ αρχής θνησιγενές , συντελούμενο. Το νόημα βρίσκεται στον εαυτό του.
Η αυταπάτη αυτή τροφοδοτείται από την υλική ευμάρεια. Την ασφάλεια που τη συνοδεύει, τον εντυπωσιασμό που γεννά, την προσοχή που υφαρπάζει, τη λάμψη που θεοποιεί.
Οπαδός της γραμμικής εξέλιξης ο δυτικός άνθρωπος, απωθεί την υπαρξιακή του ανησυχία, αναπτύσσοντας ταχύτητα στις επίγειες λεωφόρους, αναπαυόμενος στο στρώμα της τεχνικής βεβαιότητας, που για όλα κομίζει ή κυοφορεί ή ήδη επεξεργάζεται στα εργαστήρια μια απάντηση.
Ασφαλής ως τώρα, ταράζεται από την πρώτη μικρή απειλή. Και διασπάται πλήρως η προσοχή του στην πρώτη κρίση. Και αποσυναρμολογείται η οντότητά του και κατακερματίζεται το αμφίβολο είναι του.
Η κρίση είναι μια μη αναμενόμενη διαταραχή. Η τρυφηλή συνείδησή του αιφνιδιάζεται. Αυτή η αιφνιδιασμένη συνείδηση είναι ανήμπορη να συλλάβει τον νέο κόσμο. Αυτή που διάβαζε την ιστορία ως παρελθόν, απειλείται από το παρόν. Ο θεατής – αναγνώστης καλείται να παρατηρήσει τον εαυτό του εκτός οθόνης.
Αν και οπλισμένος με τη σκέψη που κρίνει και δημιουργεί , την πείρα αιώνων που τον έχτισε, αδυνατεί να συλλάβει πλέον τη μεγάλη διάσταση, να πιάσει το νήμα της μακράς τραγικής του ως τώρα πορείας.
Ανήμπορος να διασχίσει το ρεύμα, διαθέτει τον εαυτό του στους κήρυκες της καταστροφής. Από καιρό τον περιμένουν στην επικίνδυνη όχθη. Είναι οι κερδοσκόποι πάνω στην επιμένουσα φαντασία του χαμένου παραδείσου της οθόνης.
Η υλική ευμάρεια ψιθυρίζει στον εαυτό της το ερχόμενο τέλος της στιγμιαίας ύπαρξής της.
Επαναλαμβάνοντας τον κόσμο μηχανικά η δημοσιογραφική γλώσσα είναι η τελευταία που θα μιλήσει για την βουή του ποταμού. Το επίκαιρο προτιμάει τη θανάσιμη ασφάλεια της από εδώ όχθης. Το πέρασμα απέναντι έχει τον κίνδυνο του αφανισμού και την ελπίδα της σωτηρίας.
Καθώς θαμπώνει η λάμψη της ευμάρειας, η γραμμική εξέλιξη φτάνει στο τέλος της. Μαζί της μια φωταγωγημένη εποχή.



 

Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 30/12/2018

Σε κάθε τέλος του χρόνου αναμοχλεύεται η φαντασία της Ιστορίας. Υπάρχει, λέει, ένα «πνεύμα» της Ιστορίας, που απλώνει τις ρίζες του σαν ιστός αράχνης και συνέχει, ως αδιατάρακτο πλέγμα, τον χρόνο και την ανυπότακτη φύση του. Τον ορίζει και τον υποτάσσει. Νομοτελειακά.

Η γνώση αυτή δεν ανήκει σε όλους. Δεν μετέχουν όλοι στο μεγαλείο του φλογερού ρεύματος. Δεν μπορούν όλοι να είναι κοινωνοί του φωτός του. Κάτοχοι αυτής της φοβερής Αλήθειας.

Με έπαρση ψευδοπροφήτη και φωνή διαπεραστική μας λένε οι κυβερνητικοί: «είμαστε στην καλή πλευρά της Ιστορίας». Θεωρούμενα «σοβαρά» κυβερνητικά χείλη, επαναλαμβάνουν άλλοτε υπερφίαλα, άλλοτε προσβλητικά, αυτήν την κενολογία. Ασυναίσθητοι στην πλάνη τους, υψώνουν στο κενό του χρόνου το ανάστημά τους, διεκδικώντας μια θέση στην Ιστορία. Ένα νεύμα εκ μέρους της περιμένουν. Να παρελάσουν στις λεωφόρους της, να καλπάσουν στους ανεμπόδιστους κάμπους της. Να γίνουν οι ίδιοι το «πνεύμα» της. Από καιρό ακούμε τον κλαυθμηρισμό τους, πήραμε την Κυβέρνηση, δεν πήραμε την εξουσία.

Δεν θα άγγιζαν το γελοίο, αν είχαν την αίσθηση του τραγικού.

Η αντίληψη ότι υπάρχει ένα «πνεύμα» της Ιστορίας είναι απότοκος των ιδεών του 19ου αιώνα, που μέσα στον οίστρο του επιστημονισμού του απλώνει το χέρι και «συλλαμβάνει» την Αλήθεια. Από την «κοινωνική φυσική» (που αργότερα θα ονομαστεί πεζά σε Κοινωνιολογία) μέχρι τον διαλεκτικό υλισμό, τίποτα δεν μπορεί να διαφύγει.

Κυρίως δεν μπορεί πια να διαφύγει ο χρόνος. Από τη στιγμή που ανακαλύφθηκε το «πνεύμα» της Ιστορίας, όλα είναι προβλεπτά. Το μέλλον τίθεται υπό τον έλεγχο της πρόγνωσης, ο «μεγάλος σκοπός» έχει εντοπιστεί, η πορεία προδιαγεγραμμένη, τα μέσα όλα επιτρεπτά.

Το «πνεύμα της Ιστορίας» ως ιδεολογία πια, καθαγιάζει και σκοπούς και μέσα. Η βία έχει βρει το πομπώδες συμπλήρωμα δικαίωσής της.

Τα τελευταία χρόνια με τον έναν ή τον άλλον τρόπο αυτή η καρικατούρα διεκδικεί ιδεολογική κυριαρχία στον οικισμό «Ελλάς». Διανοούμενοι της Αριστεράς κρατάνε τα κλειδιά -κομπάζουν- της μεγάλης κίνησης και η Κυβέρνησή της δεν είναι παρά ένας εργάτης της Ιστορίας.

Εκ του πυρήνα της η θεωρία που υπάρχει και νοείται μόνον ως νομοτέλεια και επεκτείνεται στον χρόνο ως εσχατολογία και άρα άρνηση της πραγματικής ιστορίας, αγνοεί την ατομική συνείδηση και την ατομική υπόσταση. Προσπερνάει την ανθρώπινη περίστασή μας και προσβλητική, πλέκει συνειδητά το ψεύδος της πάνω στη ζωή των πραγματικών ανθρώπων και εναντίον τους.

Η πραγματική ζωή, η βιωμένη εμπειρία θα φλέγεται άσβεστα μέσα σε κάθε ατομική συνείδηση. Και ως ατομική και συλλογική ύπαρξη θα παραμένει ανυπότακτα και ασύλληπτα εκρηκτική.

Ούτε «πνεύμα» υπάρχει, ούτε «Ιστορία» υπάρχει. Και δεν έχει πλευρές δυστυχώς για να ακουμπήσει επάνω της η ματαιότητα των κυβερνητικών. Δεν υπάρχει προνομιακό πεδίο εξουσιαστικής παρατήρησης των άλλων.

Καθώς μπαίνουμε στο 2019 και η εκλογική κρίση φέρνει τους κυβερνητικούς στα όριά τους, θα διαλυθούν πλάνες και θα θρυμματιστούν κατασκευές και προσωπεία. Μέσα στην ανθρώπινη διαδρομή, μέσα και στην δική μας διαδρομή, που προχωρώντας σκάβει το δρόμο της, το κυβερνητικό συνολικό ψεύδος δεν θα αποφύγει το τυπικό τέλος του.

Αισιόδοξα προχωράμε. Με τη ματιά των ζωντανών θα διαβάζουμε πάντα τα έργα των νεκρών. 

Καλή Χρονιά.

 




Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 16/12/2018

Μπροστά στο πολιτικό τέλος του ο Πρωθυπουργός ψάχνει κλαδί να κρατηθεί. Και μέσα στην αγωνία του καταποντισμού του βγαίνει στο φως η εσώτερη φύση του.

Ο κ.Τσίπρας ξεκίνησε ως εκφραστής του βίαιου λόγου και συνέχισε ως αποτελεσματικός εκφωνητής του. Η πραγματικότητα φθείρει και ο βίαιος λόγος, ως υψωμένο χέρι καταστολής, εξάντλησε τον εαυτό του. Μέσα στην καθημερινή αυτοαναίρεσή του κατάντησε να ακούγεται πια σαν τα ενοχλητικά παράσιτα στον μακρύ χρόνο της Ιστορίας, που τα περιμένει η σιγή.

Και βλέπουμε τις προηγούμενες ημέρες στη Βουλή, σχεδόν αιφνιδίως, σχεδόν αυθορμήτως, να βγαίνει στην επιφάνεια η χειρότερη εκδοχή του ίδιου προσώπου, μια άλλη πλευρά της πολιτικής του συνείδησης - που πάντα διατηρεί την προτέρα φύση της - η πλευρά του καταφρονητή.

Ο εκφωνητής του βίαιου λόγου εξαντλήθηκε. Ο καταφρονητής του άλλου παίρνει τη θέση του. Η καταφρόνηση διαδέχεται την πρόθεση της καταστολής. Εκτοπίζει ακόμη και την ταπείνωση.

Είναι ένα «απολειφάδι», λέει , από το βήμα της Βουλής, αναφερόμενος σε έναν συνάνθρωπο - συμπολίτη του, ο Έλληνας Πρωθυπουργός. Η γλώσσα είναι η συνείδηση. Η βία της γλώσσας είναι η βία της συνείδησης.

Απολειφάδι. Βρισκόμαστε μπροστά στην άρνηση του άλλου. Όχι ως πολιτικού αντιπάλου. Όχι ως «εχθρού», κατά τις απαιτήσεις του βίαιου λόγου. Πρόκειται εδώ για την άρνηση της ύπαρξής του, την διαγραφή του προσώπου του. Με τον βίαιο λόγο συναρθρώνεται έτσι και τον ακολουθεί στο πιο κάτω σκαλί η καταφρόνηση. Η έσχατη πτώση, η έσχατη ύβρις.

Απολειφάδι, λέει. Έρχεται το τυχαίο και το ανυπολόγιστο να εμβαθύνει διαφωτιστικά στην αντιδημοκρατική συνείδηση του Έλληνα Πρωθυπουργού.

Η δημοκρατία είναι μια διαλογική κατάσταση. Εδώ, σε αυτόν τον ελληνικό τόπο, διδάχθηκε για πρώτη φορά στην Ιστορία. Είναι μια σχέση διαλογική. Αυτή η σχέση εμπεριέχει τον άλλον. Αναγνωρίζει και αποδέχεται την ατομική ιδιαιτερότητα και μοναδικότητά του. Διάλογος υπάρχει εκεί που δεν νοείται υπέρτερο μέρος. Είναι μια συνθήκη ισοτιμίας ,αμοιβαιότητας και κοινωνίας.

Απολειφάδι. Μέσα σε αυτήν την λέξη ο υπερόπτης Πρωθυπουργός διαγράφει και καταφρονεί. Ο άλλος δεν νοείται ως ανθρώπινο μέγεθος. Δεν είναι άξιος λόγου. Ο άλλος, ο κάθε άλλος, είναι καταφρονητέος. Καταφρονητέος και ασήμαντος άλλος. Ασήμαντος ο άλλος, σημαντικός αυτός.

Πρόκειται για την αποκάλυψη της απροσμέτρητου βάθους πολιτικής κενότητας του Πρωθυπουργού. Ο καταφρονητέος άλλος είναι η μάταιη προσπάθεια να δώσει περιεχόμενο στην εξαντλημένη πολιτική ύπαρξή του.

Είναι η τελική παραίτηση. Η παραίτησή του από την πολιτική μάχη. Για την ανάκτηση ενός λόγου επιχειρημάτων, ενός σχεδίου δράσης, μιας θεμελιωμένης πρότασης, πορείας και εξόδου. Είναι η παραίτηση και το τυφλό αδιέξοδο που γεννάει. Και μετά έρχεται η καταφρόνηση. Η υποτίμηση, η προσβολή, η χλεύη, ο εξευτελισμός του άλλου και η εξουθένωσή του.

Έχει πλήρως αποξηρανθεί η κοίτη της κυβερνητικής πολιτικής. Εκεί που αδειάζει η πολιτική τελειώνει και ο χρόνος. Αυτή η πολιτική και ο άδειος πια πολιτικά εκφραστής της, θα συναντηθεί με την «καταφρόνηση» των πολιτών, που περήφανα και αντικαταφρονητικά θα μιλήσουν στην κάλπη.

Υ.Γ.  Απολειφάδι, υπόλειμμα σαπουνιού. Υπόλοιπο, κατάλοιπο, κατακάθι, ρετάλι, σώσμα, ασήμαντο, ουτιδανό.

DMC Firewall is a Joomla Security extension!