Εφημερίδα, ΤΑ ΝΕΑ, 28/06/2019

Μέσα στο κλίμα της σχετικής βεβαιότητας, που εγκαταστάθηκε μετά τις Ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου για την έκβαση των εκλογών της 7ης Ιουλίου, ένα ερώτημα πλανάται. Τί θα γίνει με την αποχή;

Οι ειδικές συνθήκες του καλοκαιριού, το δεδομένο, που με δυνατή φωνή μιλάει πάντα, των Ευρωεκλογών, η βεβαιότητα για την έκβαση από την μια, ή η ματαιότητα συμμετοχής από την άλλη, δίκαια προβληματίζει για το εύρος, τη συνολική πολιτική σημασία και την εκλογική επίδραση της αποχής.

Αποχή θα υπάρξει και θα είναι ενισχυμένη. Οι πολιτικές συνθήκες την ευνοούν. Οι Ευρωεκλογές θα αποδειχτούν πολλαπλασιαστής της, αφού έδωσαν την ευκαιρία έκφρασης στην κάλπη μετά από τέσσερα χρόνια, αφού το αποτέλεσμα υπήρξε καταλυτικό, αφού πολλοί θα πιστέψουν ότι έστειλαν το μήνυμα στην κεντρική εξουσία.

Μια ενίσχυση του κύματος αποχής, θα ζημίωνε, μάλλον, εκλογικά τον Σύριζα. Οι ψηφοφόροι του, προβληματισμένοι, αμήχανοι, πολλοί απογοητευμένοι, θα ήταν λογικό να θεωρήσουν – αρκετοί εννοώ- ότι το παιχνίδι χάθηκε.

Η φαντασία που καλλιέργησε ο Σύριζα για μικρή διαφορά, η αθεμελίωτη ελπίδα του εύρους της λαϊκής αποδοχής που θα άντεχε στην κάλπη, ο στόχος μιας νέας νίκης, χάθηκε στους πέντε ορίζοντες.

Αποδυναμωμένος ο Σύριζα ευνοεί την εις βάρος του αποχή. Όταν η λαϊκή ήττα συντελεστεί, αυτή η αποχή θα δυναμώσει τη βουβή φωνή της και θα μεγαλώσει τις αποστάσεις της από τον φορέα της ανεκπλήρωτης υπόσχεσης.

Μικρότερη- φρονώ- θα είναι για τη Νέα Δημοκρατία μια εκλογική ζημία από τη μεγέθυνση της αποχής. Το ισχυρό αίτημα, που πολλαπλασιάστηκε εντυπωσιακά μετά τις Ευρωεκλογές, τελικής αποδοκιμασίας του Σύριζα, θα οδηγήσει τους ψηφοφόρους της στην κάλπη. Και εκεί η φωνή θα είναι ισχυρή. Η συμμετοχή πολλαπλασιάζει πάντα την δύναμη του εαυτού της.

Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα αρνητικής τροπής των πραγμάτων κατά του Σύριζα, το αίτημα της αυτοδυναμίας που πιεστικά εγείρεται και προβάλλεται τις τελευταίες μέρες  από την Νέα Δημοκρατία, προσλαμβάνει υπόσταση και πολιτικό περιεχόμενο. Και συνδέεται με τα προηγούμενα.

Τ
ο βράδυ της 7ης Ιουλίου οι σκέψεις αυτές θα συναντηθούν με το πραγματικό εκλογικό αποτέλεσμα. Και από την 8η Ιουλίου θα δούμε, αν η αποχή διεκδικήσει με τους τρόπους της να μιλήσει με άλλη , νέα και δυνατή φωνή.

 





Ιστοσελίδα, www.athensvoice.gr, 26/06/2019

Λίγες μέρες απομένουν μέχρι την 7η Ιουλίου. Καταλαβαίνω την αγωνία των κυβερνητικών. Τους πέρασε ο χρόνος, χάθηκαν οι ευκαιρίες να γίνουν πλάστες του νέου κόσμου, να εγκαταστήσουν επί τέλους στην ιστορία για πρώτη φορά μια Κυβέρνηση Κοινωνικής Σωτηρίας.

Θα επιχειρήσω να θέσω στη διάθεση των κυβερνητικών μια ιδέα. Μια ιδέα εξόδου από την κρίση στην οποία έχουν δεινά περιέλθει. Μέχρι τώρα οι κυβερνητικοί τα κατάφερναν μια χαρά με την κρίση και τις μικρότερες κρίσεις που σαν μικρές καταιγίδες συμπλήρωναν το τοπίο.

Είχαν στα χέρια τους μια μέθοδο δοκιμασμένη, επεξεργασμένη ήδη στην ιστορία. Κάθε μεγάλος δημαγωγός πρόσθετε κάτι στο εργαλείο, βελτίωνε πλευρές της μεθόδου, από τον Ροβεσπιέρο μέχρι τους σύγχρονους μπρεξίστες. Την καταγγελία.

Ο καταγγελτικός λόγος δεν είναι εφεύρεση του ΣΥΡΙΖΑ. Το μέχρι χθες κόμμα εξουσίας είναι ένας αντιγραφέας. Η καταγγελία είναι ένας αφορισμός θρησκευτικού τύπου. Είναι ένας λόγος και μια στάση συνολικής καταδίκης. Δεν αναγνωρίζει εξαιρέσεις, δεν αποδέχεται υποπεριπτώσεις, δεν συγχωρεί και δεν ανέχεται. Σαν θυελλώδης άνεμος παρασύρει και αδιάκριτα ξεριζώνει ο,τι βρει μπροστά του.

Η καταγγελία καθώς ριζικά παραποιεί και καταλυτικά διαστρέφει είναι μια ανώτερη μορφή του ψεύδους. Αποτελεσματικό, δοκιμασμένα αποτελεσματικό. Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών αφαίρεσε από τους κυβερνητικούς ιερείς της τρέχουσας επανάστασης το όργανο της καταγγελίας. Είναι οι ίδιοι πια τα ζιζάνια του κάμπου.

Μία μέθοδος τους απομένει, μία οδό εξόδου διαθέτουν. Την θέτω υπόψιν τους. Την μέθοδο της αυτοκαταγγελίας. Μπορούν, μόλις προλαβαίνουν. Να καταγγείλλουν τον εαυτό τους.

Αν είχαν προλάβει. Αν είχαν προλάβει οι κυβερνητικοί. Θα είχαν επεξεργασθεί ένα νέο ψεύδος. Ένα ψεύδος διάδοχο του προηγουμένου. Θα διεκδικούσε ο ΣΥΡΙΖΑ μια νέα υπόσταση, ένα ανανεωμένο είναι, κάτι σαν μια αναγεννημένη φύση.

Δεν πρόλαβε. Και επειδή δεν πρόλαβε να χτίσει το δεύτερο ψεύδος το προορισμένο να γίνει διάδοχος του πρώτου, έχει ακόμη μια ευκαιρία. Την ευκαιρία της έσχατης παράστασης. Της καταγγελίας του ίδιου του εαυτού του, της αυτοκαταγγελίας του.



Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 09/06/2019 

Οι ιδέες κινούν τον κόσμο και οι λέξεις τον αλλάζουν. Ασκήθηκαν πολύ πάνω σ’αυτό οι κυβερνητικοί. Όχι χωρίς αποτελέσματα, οφείλουμε να ομολογήσουμε.

Μέλος της ομάδας των κυβερνητικών σε αποδρομή, εγκαλεί δημοσιογράφους κρατικού καναλιού επειδή ονομάζουν επίδομα τη 13η σύνταξη. Μα ποιοί είναι  αυτοί οι βέβηλοι που δεν σέβονται τη γλώσσα της εξουσίας και αμφισβητούν την ιερή αλήθεια των κυβερνητικών λέξεων;  Αμφισβητούν το περιεχόμενό τους και υπονομεύουν τη λειτουργία τους;

Επίδομα ή 13η σύνταξη; Θεσμοί ή τρόικα; Ξεχάστηκε και εκείνη η Κυβέρνηση Κοινωνικής Σωτηρίας, για να συμπληρωθεί μια πρόχειρη τουλάχιστον ιερή τριάδα λέξεων της τρέχουσας γλώσσας της εξουσίας.

Πέρα από το συγκεκριμένο στιγμιότυπο, που εμπλουτίζει την ενδοχώρα του γελοίου, οι λέξεις – το γνωρίζουμε – είναι πράγματι το ένδυμα της εξουσίας. Δεν μπορεί καμιά εξουσία να ξεφύγει από αυτό. Κάθε φορά που μιλάει για κάτι, μιλάει για τον εαυτό της. Με τη γλώσσα η εξουσία πλέκει τον μύθο της. Με τις λέξεις χτίζει περίτεχνη περιβολή. Προστατεύει τον εαυτό της από την κατανόηση της αυθεντικής φύσης της και αποκρούει την κριτική, διαστρέφοντας νοήματα και σημασίες.

Ο λόγος και οι λέξεις, ως πράξη, ως «λέγειν» και ως «πράττειν», είναι  το πυρομαχικό της πολιτικής σύγκρουσης. Ένα από τα δεδομένα της κρίσης είναι η εξέλιξη στο μέτωπο αυτό. Η κατάχρηση  των λέξεων  εντάχθηκε στην επίμονη επιδίωξη παραποίησης του πραγματικού κόσμου. Οι λέξεις έγιναν πολιτική ενέργεια. Εργαλεία διαστροφής και ανάχωμα στη συνειδητοποίηση. Η προσπάθεια ελέγχου των Μέσων Επικοινωνίας, που επιχειρήθηκε στην πρώτη φάση, συνδέεται με αυτό. Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επιχείρησε να επικρατήσει διεκδικώντας για τον  εαυτό της τα πρωτεία του λόγου. Απέτυχε.

Τώρα πια είμαστε σε άλλη φάση. Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών άνοιξε την πύλη της. Όλα όμως μένουν ανοιχτά στο μέτωπο της ερμηνείας , των νοημάτων και των σημασιών. Ποτέ τίποτε δεν κρίνεται οριστικά , ποτέ δεν δίνεται τελική απάντηση.

Τώρα που είμαστε οπλισμένοι με την εμπειρία της πρόσφατης διακυβέρνησης, που επιχείρησε να διαγράψει και να ξαναγράψει την πραγματικότητά μας, ποτέ δεν πρέπει στο μέλλον να μείνουμε αδρανείς, όπως οι αστόχαστοι παρατηρητές.

Οφείλουμε να φέρουμε και να φέρνουμε διαρκώς στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης την ανάγκη υπεράσπισης των λέξεων. Τη διαρκή ανάγκη αποκατάστασης των σημασιών και των νοημάτων. Η ίδια η γλώσσα είναι το μέτωπο. Χωρίς αυτή δεν μπορεί να νοηθεί ερμηνευτική απόδοση της εποχής μας και του κόσμου, δεν νοείται πολιτική επικοινωνία με αποτέλεσμα, δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική υπεράσπιση μιας πολιτικής μετάβασης και αλλαγής.

Τίποτε δεν είναι όπως πριν, τίποτε δεν θα γίνει όπως πριν. 

 

 





Εφημερίδα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 23/06/2019

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 26ης Μάϊου έχει μέσα του ένα πνεύμα χειραφέτησης. Είναι μια μεγάλη πράξη απόκρουσης, μια νίκη απέναντι στην επιθετικότητα κατά του κοινωνικού σώματος, από ένα κόμμα, που πίστεψε ότι είναι κάτι σαν «το πνεύμα της Ιστορίας».

Εκεί που νόμιζε υπερφίαλα ότι έχει κερδίσει την μάχη απέναντι στην κριτική συνείδηση, αυτή του έχει ήδη προετοιμάσει τον μεγάλο καταποντισμό της 7ης Ιουλίου.

Πολλοί λόγοι έχτισαν τις συνθήκες αυτού του αναμενόμενου δίκαιου καταποντισμού. Από τα μικρά μέχρι τα μεγάλα, από τα ελάχιστα σκιρτήματα της πολιτικής συνείδησης των κυβερνητικών μέχρι την απροκάλυπτη κατακτητική αλαζονεία τους. Ανακεφαλαιωμένη πια η κριτική των ανθρώπων στην κάλπη, παίρνει τον χαρακτήρα καταλυτικής απόρριψης μιας μεθόδου εξουσίας που προκάλεσε, ενός ύφους εξουσίας, που έγινε συνώνυμο της προσβολής.

Προηγήθηκε μία βιαιότητα κατά του κοινωνικού σώματος που κατοίκησε μέσα στον κυβερνητικό λόγο. Έναν λόγο που αγνόησε τον αντίπαλο, τον θεώρησε αναγκαίο περαστικό και τη συνύπαρξη μαζί του υποχρεωτική, σε μια διάσταση προσωρινότητας. Μόνο οι κυβερνητικοί είχαν δικαίωμα να υπάρχουν.

Ακολούθησε η συνειδητή διαστροφή της πραγματικής ζωής και του πραγματικού κόσμου. Απλουστευτική εκδοχή, ισοπεδωτική ερμηνεία, άρνηση του ορθού του λόγου, ψευδείς διαιρέσεις. Η συσκοτιστική ματιά στον κόσμο είναι το υπόβαθρο για να χτιστεί το ανάχωμα στη συνειδητοποίηση. Ο καταποντισμός που έρχεται θα αφήσει πίσω του μεγάλες ρωγμές στο ανάχωμα, που σύντομα θα παρασυρθεί, μετά από την τυπική έλευση του τέλους.

Δίπλα στην συνειδητή παραποίηση του κόσμου οι κυβερνητικοί εργάστηκαν επίμονα για τη συνειδητή άρνηση της αλήθειας. Δεν μιλάμε για κάποια ηθικοπλαστική αρχή, που θα ενοχλούσε τη δήθεν ελευθεριότητα των κυβερνητικών. Μιλάμε για την απόκρουση κάθε ενδεχόμενου οι άνθρωποι να αναζητήσουν και να αποδεχθούν τα όρια της πραγματικότητας. Των δυνατοτήτων, των αδυναμιών και των καταναγκασμών. Ώστε με επίγνωση να πορευθούν. Αυτή η πανουργία της ψευδούς συνείδησης έχασε την ορμή της και θα συναντηθεί και αυτή με το τέλος της.

Η επιθετικότητα του χυδαίου ήρθε να συμπληρώσει ως δηλητήριο την ατμόσφαιρα της κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης. Λειτούργησε ως προάγγελος της προσβολής και της ταπείνωσης, που αναπτύχθηκε ως συνεκτικό σχέδιο εναντίον του κοινωνικού σώματος. Η πολιτική και η δημόσια συνολικά πράξη των κυβερνητικών επιδίωξε να παραμείνουν οι άνθρωποι καθηλωμένοι στην ανάγκη.

Αυτό υπήρξε το υπόβαθρο της ταπείνωσης, πάνω στο οποίο επιχειρήθηκε μια νέα συνθήκη παραίτησης και υποταγής των ανθρώπων. Μόνο που οι άνθρωποι δεν είναι πάντα εύκολα διαθέσιμοι, όπως συχνά φαντάζεται η εξουσία.

Αυτοί και πολλοί άλλοι λόγοι έχουν στέρεα προπαρασκευάσει τον δίκαιο καταποντισμό των κυβερνητικών στην κάλπη της 7ης Ιουλίου. 

Στις 8 Ιουλίου θα ευχαριστήσουμε τους κυβερνητικούς για τη συμβολή τους σε έναν άλλον καταποντισμό. Στον καταποντισμό των στερεοτύπων και των μύθων της μεγάλης χειραγώγησης. 

 

 

Διορισμοί. Μετατάξεις. Εξυπηρετήσεις. Ρουσφέτια. Και άλλα σχετικά.
Δεν ανακάλυψε τη φαυλότητα ο ΣΥΡΙΖΑ.
Θα σας πω μια προσωπική ιστορία. Λακωνικά.Το 1982 επιστρέφω από την Γαλλία. Αναζητώ εργασία. Μετά από σχετική προκήρυξη βρίσκομαι ωρομίσθιος καθηγητής στη Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκω 2 χρόνια Ελληνική Επανάσταση και θεσμούς. Παράλληλα διδάσκω κοινωνιολογία. Ζω από την διδασκαλία. Το 1984 με καλεί η Σχολή Ικάρων για σειρά μαθημάτων. Εκεί πληροφορούμαι ότι βρίσκεται σε εξέλιξη προκήρυξη για μόνιμο διδάσκοντα πολιτικής επιστήμης. Συμμετέχω. Εκλέγομαι από την επιτροπή, 4 προς 1. Ενημερώνομαι επίσημα. Και αμέσως κινείται ο μηχανισμός εκδίωξής μου. Δύο ωρομίσθιοι καθηγητές μαθηματικοί - πρασινοφρουροί της εποχής - είναι έντρομοι. Το επίσημο ΠΑΣΟΚ κινητοποιείται. Μου κηρύσσει τον πόλεμο. Πώς ένας μη μαρξιστής καθηγητής θα προσληφθεί; Με απομακρύνουν και από ωρομίσθιο. Είμαι 33 ετών.
Μέσω του βουλευτή Σ. Παπαθεμελή δέχεται να με συναντήσει ο αρμόδιος υφυπουργός (βουλευτής από τον Νομό Ευβοίας, δεν θυμάμαι το όνομά του). Μου λέει: γνωρίζω την υπόθεση. Δεν θα διοριστείτε ποτέ, ό,τι και να κάνετε. Τον λυπήθηκα. θλίψη για τη δουλική του συνείδηση. Με διάθεση σωκρατικής ειρωνείας του είπα: "στην επόμενη προκήρυξη που θα υπογράψετε να βρείτε το θάρρος να με εξαιρέσετε ρητά". Χαμήλωσε με κρυφή ντροπή το βλέμμα. 
Κατεβαίνοντας γρήγορα τις σκάλες είχα ήδη αποφασίσει να εγκαταλείψω τη διδασκαλία. Ερευνώ τις νομικές ενέργειες. Ως θεωρητικός γνωρίζω την ματαιότητα. Αναζητώ ενδιάμεσους τρόπους επιβίωσης. Τυχαία θα συναντηθώ με την ομάδα '' Κανάλι 15'', που ξεκίναγε τον αγώνα κατά του κρατικού μονοπωλίου στην πληροφόρηση. Θα αφιερώσω χρόνο σε αυτή την μάχη. 
Το τυχαίο των πραγμάτων θα δώσει νέα τροπή στα γεγονότα.
Έχοντας αφήσει πίσω μου την διδασκαλία αναζητώ νέους δρόμους. Αυτά που θα ακολουθήσουν, με καλούν κάθε πρωί σε μια λέξη ευγνωμοσύνης.
Σας λέω, φίλοι μου, μην κατηγορείτε τον ΣΥΡΙΖΑ για ρουσφέτια, εξυπηρετήσεις και κατάχρηση, δεν είναι παρά μέρος ενός παλαιού κόσμου.

Αθήνα, 7 Ιουνίου 2019

DMC Firewall is developed by Dean Marshall Consultancy Ltd